Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2016

ΛΑΚΤΑΡΙΟΣ Ο ΝΟΣΤΙΜΟΣ (LACTARIUS DELICIOSUS)

– ΕΝΑΣ ΥΠΟ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΓΕΥΣΤΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΜΑΣ

https://enotitasaronikou.wordpress.com
Ο Λακτάριος ο νόστιμος (λατ. Lactarius deliciosus, γαλ. Lactaire delicieux) είναι εδώδιμο μανιτάρι (μύκητας), το οποίο, όπως υποδηλώνει και ο επιθετικός προσδιορισμός του (deliciosus: αβρός, τρυφερός, ηδυπαθής, νόστιμος – όλα αναφέρονται στη γεύση του), είναι εύγεστο – νόστιμο και εκτιμάται ιδιαιτέρως από τους μανιταροφάγους. Λόγω της σπανιότητάς του (δεν φύεται σε μεγάλους αριθμούς) και της γευστικότητάς του, πωλείται ακριβά από τους μανιταροσυλλέκτες. Συνώνυμό του θεωρείται το Lactarius lateritius (Pers. 1797). Ανήκει στην οικογένεια των Βασιδιομυκήτων Υμενομυκήτων, το οποίο ανήκει στην τάξη Αγαρικώδη (Αγαρικομύκητες) και στην οικογένεια Russulaceae.
Ο Lactarius deliciosus είναι ένα από τα 120 περίπου είδη Λακτάριου, τα οποία απαντώνται κυρίως στις εύκρατες περιοχές. Απαντάται στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική, αλλά έχει εισαχθεί τυχαία και σε άλλες περιοχές του κόσμου, όπου υπάρχουν δάση και φυτείες κωνοφόρων δένδρων.
Περί της ονομασίας του: Στο εξωτερικό είναι γνωστό και με τις κοινές ονομασίες Saffron milk cap (πορτοκαλόχρωμο γαλακτώδες καπέλο, όπου το γαλακτώδες παραπέμπει στον παχύρευστο χυμό, τον οποίο έχει στο εσωτερικό του) και Red pine mushroom (κόκκινος πευκίτης, καθότι αναπτύσσεται κάτω από πεύκα), ενώ στην Ελλάδα είναι γνωστό και με τις κοινές ονομασίες κουμαρίτης και πευκίτης. Το ιστορικό της τελικής επιστημονικής ονομασίας του έχει ως ακολούθως:
Το είδος ήταν γνωστό στο Σουηδό επιστήμονα (βοτανολόγος, ζωολόγος και ιατρός) Carl Linnaeus, ο οποίος το είχε επισήμως περιγράψει στο δεύτερο τόμο του έργου του «Είδη των Φυτών» (Species Plantarum) το 1753. Σ’αυτό το έργο το ονομάζει, ως deliciosus Agaricus. To επίθετο deliciosus προέρχεται από την ομώνυμη λατινική λέξη, η οποία σημαίνει «νόστιμος». Λέγεται, ότι ο Σουηδός επιστήμονας έδωσε το συγκεκριμένο επίθετο σ’αυτό το είδος μανιταριού, αφού το μύρισε και υπέθεσε, ότι η γεύση του ήταν τόσο καλή όσο ένα Mediterranean milk cap (είδος μεσογειακού μανιταριού με γαλακτώδες καπέλο), το οποίο έχαιρε ιδιαίτερης εκτιμήσεως για τη γεύση του. Το 1801 ο Ολλανδός μυκητολόγος Christiaan Hendrik Persoon προσέθεσε το επίθετο lactifluus, πριν ο Άγγλος μυκητολόγος Samuel Frederick Gray το τοποθετήσει το 1821 στο σημερινό του γένος Lactarius στο έργο του «Η φυσική ταξινόμηση των φυτών της Βρετανίας» («The Natural Arrangement of British Plants»).
Στην αγγλική γλώσσα είναι κοινώς γνωστό με τις ονομασίες saffron milk cap, red pine mushroom ή απλά pine mushroom. Στην Καταλωνία της Ισπανίας το ονομάζουν rovellό ή rovellons, ενώ η Καστιλιάνικη ονομασία του ποικίλει (π.χ. niscalo, mizcalo, κλπ). Ένα εναλλακτικό όνομα στη Βόρεια Αμερική είναι orange latex milky. Lactarius deliciosus, καθώς και ο Lactarius deterrimus, είναι γνωστά στην Τουρκία με την ονομασία Çammelkisi ή Çintar. Όπως και στην Ελλάδα, στη Τζιρόνα της Ισπανίας ονομάζεται πευκίτης (pinateli), διότι απαντάται και συλλέγεται κοντά σε πεύκα (pinetrees).
OLYMPUS DIGITAL CAMERAΠεριοχές αναπτύξεως και περίοδος καρποφορίας: Ο Lactarius deliciosus αναπτύσσεται κάτω από το όξινο έδαφος των κωνοφόρων δασών και διαμορφώνει την αναγκαία συμβιωτική σχέση του μύκητα με το δέντρο «οικοδεσπότη» (μυκόρριζα, βλ. παρακάτω). Γι’αυτόν το λόγο, τυχόν καταστροφή του κωνοφόρου δάσους, συνεπάγεται και καταστροφή του χώρου παραγωγής και ανάπτυξης του συγκεκριμένου μανιταριού. Σε κατεστραμμένο δάσος (καμμένο ή υλοτομημένο) δεν αναπτύσσονται πλέον τα συγκεκριμένα μανιτάρια (βλ. παρακάτω).
Αναλόγως της περιοχής και του κλίματός της, καρποφορεί, κυρίως, από το Μάϊο έως το Δεκέμβριο, κατά ομάδες – αποικίες, ανάμεσα σε βελόνες, κάτω από πεύκα και, σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, κάτω από κέδρα (Juniperus communis). Στην Ελλάδα αναπτύσσεται σε πολλές περιοχές, μεταξύ των οποίων η Λέσβος και τα Γρεβενά (ο «παράδεισος» των μανιταριών). Το ευτυχές γεγονός είναι, ότι αναπτύσσεται και στις δασικές περιοχές (πευκοδάση) του Δήμου Σαρωνικού και του Δήμου Λαυρεωτικής, με κίνδυνο όμως εξαφανίσεώς του από την περιοχή, λόγω της διαρκούς και εκτεταμένης καταστροφής των δασικών εκτάσεων της περιοχής (εμπρησμοί, παράνομη υλοτόμηση και καταπάτηση, κλπ). Στην περιοχή μας καρποφορεί συνήθως από το μήνα Δεκέμβριο μέχρι τις αρχές Ιανουαρίου.
Σ’ό,τι αφορά στον υπόλοιπο κόσμο ο Lactarius deliciosus είναι αυτοφυής στα Πυρηναία όρη, όπου αναπτύσσεται κάτω από μεσογειακή πεύκη. Τόσο ο Lactarius deliciosus, όσο και ο Lactarius deterrimus, συλλέγονται και πωλούνται στην περιοχή της Σμύρνης, καθώς επίσης στην περιοχή της νοτιοδυτικής Τουρκίας, αλλά και στην επαρχία της Αττάλειας στις νότιες ακτές της Τουρκίας. Στη δε Κύπρο αναπτύσσεται στα πευκοδάση, όπου πολλοί κάτοικοι του νησιού «κυνηγούν» αυτό το είδος μανιταριού με ιδιαίτερη επιμονή, καθότι θεωρείται (και είναι) μία από τις τοπικές νοστιμιές.
Εντοπίζεται επίσης στα δάση της Βόρειας Αμερικής, αλλά και στη Χιλή, στην Αυστραλία και στη Νέα Ζηλανδία, όπου αναπτύσσεται σε φυτείες και δάση του κωνοφόρου είδους Pinus radiata. Ένα δε δημοφιλές μέρος για συλλογή του συγκεκριμένου είδους μανιταριού, ιδιαιτέρως για την κοινότητα των Πολωνών, είναι η περιοχή του Oberon (Όμπερον) στη Νέα Νότια Ουαλία της Αυστραλίας, όπου αυτά τα μανιτάρια φθάνουν το μέγεθος ενός πιάτου φαγητού. Πολλοί κάτοικοι των πολιτειών της Βικτώριας και της Νέας Νότιας Ουαλίας στην Αυστραλία, πολωνικής, ιταλικής και ουκρανικής καταγωγής, καθώς και άλλοι με καταγωγή από την ανατολική Ευρώπη, ταξιδεύουν, προκειμένου να συλλέξουν τα συγκεκριμένα μανιτάρια περί την περίοδο του Πάσχα, μετά τις φθινοπωρινές και τις χειμερινές βροχές.
Σχέση των Lactarius και εν γένει των μανιταριών με τα δάση των κωνοφόρων (πεύκων, κλπ): Ο όρος μυκόρριζες χρησιμοποιείται διεθνώς (mykorrizae) για να υποδηλώσει τη συμβίωση μυκήτων με ρίζες ανώτερων φυτών. Στη φύση συναντώνται πολλές και πολύπλοκες συμβιώσεις. Η μυκορριζική συμβίωση των δασικών δένδρων αποδείχθηκε σημαντική για την οικονομία του ανθρώπου. Όλα σχεδόν τα δασικά δένδρα του βόρειου και του νότιου ημισφαίριου, όπως τα είδη των γενών Pinus, Picea, Abies, Fagus, Quercus, Castanea και πολλά άλλα συμβιώνουν με μύκητες στις ρίζες τους. Οι μύκητες, οι οποίοι μετέχουν σ’αυτές τις συμβιώσεις, ανήκουν, κυρίως, στους Βασιδιομύκητες, στους οποίους ανήκουν και τα μανιτάρια Lactarius, στις οικογένειες AGARICACEAE και BOLETACEAE και στους γαστερομύκητες.
Όπως προαναφέρθηκε, το γένος των μανιταριών Lactarius δημιουργεί μία συμβιωτική σχέση με τα κωνοφόρα δένδρα (π.χ. πεύκα), κάτω από τα οποία αναπτύσσεται, και ειδικότερα με τις ρίζες αυτών των δένδρων. Στη συμβιωτική σχέση πιστεύεται, ότι ο μύκητας βοηθά τις ρίζες των φυτών – δένδρων να απορροφούν τις θρεπτικές ουσίες του εδάφους και ότι ο ίδιος παίρνει για τη θρέψη του υδατάνθρακες, τους οποίους παράγει το φυτό – δένδρο με τη φωτοσύνθεση. Οι μυκόρριζες αυτού του τύπου ονομάζονται «εκτροφικές», διότι οι υφές του μύκητα περιορίζουν την ανάπτυξή τους εξωτερικά, γύρω από τα λεπτά ριζίδια, και εισχωρούν μόνο στους μεσοκυττάριους χώρους του παρεγχύματος της ρίζας, όπου σχηματίζουν ένα πλέγμα υφών, γνωστό ως harting net.
Οι μυκορριζικές συμβιώσεις των δένδρων, και κυρίως των κωνοφόρων, αποτέλεσαν αντικείμενο εντατικής έρευνας επί ένα περίπου αιώνα. Από αυτές τις μελέτες προέκυψαν πολλά συγγράμματα και εργασίες, διότι το θέμα αυτό, εκτός από τη θεωρητική, παρουσιάζει και μεγάλη πρακτική σημασία. Έχει αποδειχθεί, ότι η επιτυχία των αναδασώσεων εξαρτάται από την παρουσία του κατάλληλου συμβιωτικού μύκητα. Κυρίως σε περιοχές, όπου τα δάση έχουν καταστραφεί πριν από πολλά χρόνια, όπως συνέβη και στον ελληνικό χώρο, οι μύκητες στο έδαφος δεν επιζούν και οι αναδασώσεις αποτυγχάνουν, διότι δεν σχηματίζονται μυκόρριζες. Γι’αυτόν το λόγο, σε μερικές χώρες, όπως η Σουηδία, οι Η.Π.Α., η Ρωσία, κ.α., εφαρμόζεται συστηματικά η πρακτική του εμβολιασμού των ριζών των δενδρυλλίων στα φυτώρια με τον κατάλληλο μύκητα, πριν αυτά μεταφυτευθούν στις υπό αναδάσωση περιοχές.
Γνωρίζοντας, λοιπόν, την παραπάνω σημαντική λειτουργία των Lactarius (μύκητες), καθώς και άλλων μανιταριών, έχετε πλέον τη δυνατότητα να αντιληφθείτε τις λεπτές ισορροπίες, οι οποίες διαμορφώνονται και υπάρχουν στη φύση, καθώς επίσης τη σημασία των πευκοδασών για τα μανιτάρια, αλλά και των μανιταριών για τα πευκοδάση. Δυστυχώς, αυτήν την ισορροπία εμείς οι άνθρωποι την έχουμε διαταράξει. Ειδικώς δε στα πευκοδάση των Δήμων Σαρωνικού και Λαυρεωτικής οι διαρκείς εμπρησμοί των πευκοδασών, η συστηματική καταπάτηση μεγάλων εκτάσεών τους και η παράνομη υλοτόμηση, οδηγούν, με μαθηματική ακρίβεια στην εξαφάνιση από την περιοχή μας του είδους Lactarius deliciosus, καθώς και άλλων μανιταριών, με συνέπεια να δυσχεραίνεται και η όποια μελλοντική αναδάσωση των κατεστραμμένων δασικών εκτάσεων.
OLYMPUS DIGITAL CAMERAΠεριγραφή: Η διάμετρος του καπέλου (πίλου) του κυμαίνεται συνήθως μεταξύ των 4-14 εκατοστών. Δύναται, όμως, να φθάσει ή και να ξεπεράσει τα 20 εκατοστά. Το καπέλο είναι κυρτό – κοίλο, σχεδόν χωνιόμορφο. Η επιδερμίδα του ξεφλουδίζεται λίγο και είναι λιπαρή, όταν ο καιρός είναι υγρός, και παχνώδης, όταν ο καιρός είναι ξηρός. Η επιδερμίδα του έχει ζώνες πορτοκαλί, ωχροπορτοκαλί και καφεκοκκινωπών αποχρώσεων, με ομόκεντρες ζώνες βαθύτερου χρώματος προς το εσωτερικό της χοάνης (συχνά αποκτά πράσινες αποχρώσεις, όταν ωριμάσει). Η περίμετρός του είναι μάλλον λεπτή, γυριστή αρχικά, κυρτή αργότερα, κυματιστή στην ωριμότητα, παχνώδης και αδιαφανής. Τα ελάσματά του (λαμέλλες), στο κάτω μέρος του καπέλου, είναι πυκνά, λεπτά, σκληρά, διχαλωτά, πορτοκαλί, με πράσινες κηλίδες, όταν ο καιρός είναι υγρός. Ακουμπούν ή κατεβαίνουν στο πόδι (μίσχος ή στύπος) και έχουν ομοιόχρωμες, οξύληκτες κόψεις, με πράσινες κηλίδες στα πληγωμένα σημεία.
OLYMPUS DIGITAL CAMERAΤο πόδι του (μίσχος ή στύπος), με συνήθεις διαστάσεις 3-7 εκ. μήκος x 1,5-2,5 εκ. πλάτος, είναι σχεδόν κυλινδρικό ή κωνικό, παραγεμιστό αρχικά, αλλά σκουληκιασμένο και κούφιο αργότερα. Η επιδερμίδα του ποδιού είναι ομοιόχρωμη με αυτήν του καπέλου, παχνώδης – ιδιαίτερα στην κορυφή – με βαθύχρωμα λακκάκια και πράσινες κηλίδες. Στη βάση του διακρίνεται λευκωπό μυκήλιο.
Η σάρκα του έχει αρκετό πάχος και σπάει εύκολα. Είναι βαμβακένια, αρκετά συνεκτική, κρεμ-λευκωπή ή πορτοκαλοκίτρινη, με απόχρωση καρότου στο σκληρό περίβλημα του ποδιού, η οποία μεταχρωματίζεται σε κοκκινοπορτοκαλί εντός 10 λεπτών, σε βαθύχρωμη κόκκινη εντός 1-2 ωρών και πρασινωπή εντός 24 ωρών. Έχει ευχάριστη μυρωδιά φρούτου και απαλή – γλυκιά γεύση, η οποία, μετά γίνεται λίγο καυτερή.
Χαρακτηριστικό του γένους Lactarius είναι το γεγονός, ότι, όταν ο νωπός καρποφόρος (το «μανιτάρι») τραυματιστεί ή θραυστεί, επιτρέπει την εκροή ενός πορτοκαλί (χρώμα καρότου) υδαρούς ή γαλακτώδους χυμού, ο οποίος είναι γνωστός, ως γαλακτικός χυμός ή λατικό. Το λατικό περιέχεται σ’ένα σύστημα γαλακτοφόρων σωλήνων, το οποίο διακλαδίζεται σε όλο το σώμα του καρποφόρου και στο συγκεκριμένο είδος μανιταριού έχει ήπια γεύση.
Οι σπόροι αυτού του μανιταριού έχουν μέγεθος 7,5-9 x 6-6,5 μm. Είναι ελλειπτικοί με μικρά εξογκώματα και ατελή δικτυωτή διακόσμηση. Αφήνουν κιτρινωπό αποτύπωμα με ίχνη σαρκορόδινων τόνων.
Οι Lactarius deliciosus είναι προτιμότερο να συλλέγονται νωρίς, δηλαδή πριν φθάσουν στο μέγιστο βαθμό ωριμάνσεώς τους, διότι τότε αρχίζουν να πρασινίζουν, να μαλακώνουν και στη συνέχεια να σκουληκιάζουν.
Βασικά στοιχεία αναγνωρίσεώς τους: Οι πορτοκαλί ζώνες αποχρώσεων, τα λακκάκια στο πόδι (μίσχο), το καροτί – πορτοκαλί γάλα και ο βιότοπός του.
OLYMPUS DIGITAL CAMERAΔιάφορα περί του Lactarius deliciosus:
1) Μία τοιχογραφία στην αρχαία ιταλική πόλη Herculaneum – Ηράκλεια (σημερινό Ερκόλανο – Ercolano από το όνομα του Ηρακλή – Hercules) φέρεται να απεικονίζει τον Lactarius deliciosus. Πρόκειται για ένα από τα πρώτα έργα τέχνης, τα οποία απεικονίζουν ένα μύκητα (μανιτάρι).
2) Όταν αναπτύσσεται σε υγρό περιβάλλον, το μυκήλιο αυτού του μύκητα – μανιταριού, παράγει ένα μείγμα λιπαρών οξέων και διάφορες ενώσεις, όπως chroman-4-one,  Anofinic acid,  3-hydroxyacetylindole,  ergοsterol και cyclic dipeptides.
3) Η κατανάλωση του Lactarius deliciosus έχει ως αποτέλεσμα να χρωματίζονται ελαφρώς κόκκινα τα ούρα.
4) Ο R. Courtecuisse (Co 1552) παρουσιάζει και την ποικιλία κοκκινίζων / var. Rubescens Romagn, που εάν κοπεί, κοκκινίζει πολύ γρήγορα και αργότερα αποκτά καφετιά – κρασάτη απόχρωση. Το Lactarius salmonicolor Heim & Leclair L. ex Fr. (Cetto B. 1/167) απαντάται σε δάση ελάτης και ερυθρελάτης και έχει πιο ανοιχτόχρωμες πορτοκαλί και πορτοκαλορόδινες αποχρώσεις, χωρίς πράσινους τόνους και, συνήθως, με λίγα λακκάκια στο πόδι. Το Lactarius deterrimus Groger (Cetto B. 2/621) απαντάται σε ελατοδάση και παράγει μικρότερα καρποσώματα, με αμυδρές χρωματικές ζώνες στο πορτοκαλοπράσινο  καπέλο, συνήθως χωρίς λακκάκια στο πόδι και μυρωδιά Σκληροδέρματος. Το Lactarius quieticolor Romagn (Marchand A. 6/522) απαντάται σε πευκοδάση και έχει πορτοκαλί, καφετί και καφεκίτρινες ή καφεβιολετί χρωματικές ζώνες στο καπέλο και ελάχιστα ή καθόλου λακκάκια στο πόδι. Ο J. Montegud (JM623) παρουσιάζει και το Lactarius quieticolor f. Sanguinascens Bon, το οποίο απαντάται σε πευκοδάση και έχει κεραμιδόχρωμους και καφετί τόνους στο καπέλο, χωρίς πορτοκαλί αποχρώσεις, χωρίς λακκάκια στο πόδι και πορτοκαλί γάλα, το οποίο αποκτά στη συνέχεια κρασάτη απόχρωση. Το Lactarius semisanguifluus Heim & Lecl. (Cetto B. 1/172) απαντάται σε πευκοδάση και έχει κιτρινοπορτοκαλί γάλα, το οποίο μεταχρωματίζεται μετά από 5-10 περίπου λεπτά. Το Lactarius Sanguifluus Paulet ex Fr. (Cetto B. 1/172) απαντάται σε πευκοδάση και παράγει καρποσώματα με εμφανείς χρωματικές ζώνες στο καπέλο, κοκκινοκρασάτα ελάσματα, βιολετί – κρασάτα λακκάκια στο πόδι και κοκκινοκρασάτο γάλα. Είναι εξίσου νόστιμο. Το Lactarius detestable (detestable: μισητός, απεχθής) έχει σάρκα λιγότερο νόστιμη από το deliciosus, αλλά είναι εδώδιμο και η γεύση του προσεγγίζει αυτή του deliciosus.
Συνταγές:
1) Οι Lactarius deliciosus είναι ιδιαίτερα αγαπητοί στην Ισπανία και χρησιμοποιούνται ευρέως στην ισπανική κουζίνα. Σύμφωνα με μία ισπανική συνταγή, το συγκεκριμένο είδος μανιταριών πρέπει να πλένεται και να τηγανίζεται ολόκληρο το καπέλο τους σε ελαιόλαδο με μία μικρή ποσότητα σκόρδου. Στη συνέχεια σερβίρονται με «ωμό» ελαιόλαδο και μαϊντανό. Σύμφωνα με αυτή τη συνταγή, δεν πρέπει να χρησιμοποιείται βούτυρο στο μαγείρεμα των μανιταριών.
2. Στην Κύπρο συνηθίζουν να τα ψήνουν στα κάρβουνα και να τα μαρινάρουν με λαδολέμονο ή να τα τηγανίζουν με κρεμμύδια, σβήνοντας τα με κόκκινο κρασί.
3. Προσωπικά θεωρώ, ότι από τους πλέον υγιεινούς τρόπους μαγειρέματος των μανιταριών είναι στον φούρνο, όπου τα μανιτάρια κόβονται σε μεγάλα κομμάτια, τοποθετούνται σε ταψί και μαρινάρονται με ελαιόλαδο, λεμόνι και ρίγανη. Γίνονται πεντανόστιμα και η μυρωδιά τους σε κατακτά. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για έναν από τούς πλέον υγιεινούς τρόπους μαγειρέματος μανιταριών, τον οποίο προτιμώ και ακολουθώ.
4. Μία άλλη καλή και υγιεινή συνταγή είναι το σοτάρισμα των τεμαχισμένων μανιταριών με ελαιόλαδο σε μία κατσαρόλα, στην οποία τα μανιτάρια «βγάζουν» τους πολλούς και νόστιμους χυμούς τους. Στη συνέχεια προσθέτουμε αλάτι, πιπέρι και άσπρο κρασί. Υπολογίζουμε το βράσιμο αναλόγως της ποσότητας των μανιταριών, τα οποία έχουν τοποθετηθεί στην κατσαρόλα. Κατόπιν, είτε καταναλώνουμε τα βρασμένα μανιτάρια με το νόστιμο ζουμί τους, όπως τα βγάζουμε από την κατσαρόλα, είτε τα χρησιμοποιούμε σε ομελέτα.
5. Εδώ θα βρείτε και άλλες συνταγές με εικόνες: http://oinomagirion.blogspot.gr
Πηγές – βιβλιογραφία
1. Γεώργιου Κωνσταντινίδη, ΜΑΝΙΤΑΡΙΑ – Ένας παραμυθένιος μικρόκοσμος, εκδόσεις ΚΑΠΟΝ.
2. Guy Redeuilth, LAROUSSE des Champignons, εκδόσεις LAROUSSE.
3. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα.
4. Εκπαιδευτική Εγκυκλοπαίδεια Εκδοτικής Αθηνών, τόμος 12ος, Φυτολογία.
5. The Royal Horticultural Society: Εγκυκλοπαίδεια των φυτών του κήπου.
6. Wikipedia – The Free Encyclopedia:

Φωτογραφίες και επιμέλεια κειμένου: Δημήτριος Κλούρας για την «ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΑΡΩΝΙΚΟΥ».

Φωτογραφίες και επιμέλεια κειμένου: Δημήτριος Κλούρας για την «ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΑΡΩΝΙΚΟΥ».