Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

άλλες ιστορίες

http://eagainst.com/articles/other-stories/

Zapatistas
«Ήταν η νύχτα του καϊμάν, νύχτα καθάρια πνιγμένη στα ρύγχη που πρόβαλαν μες απ’ τη λάσπη, κι απ’ τα υπναλέα τενάγη ένας μουντός θόρυβος από πανοπλίες γυρνούσε στη χθόνια καταγωγή». (Pablo Neruda, ‘Mερικά Ζωντανά’).
Οι εκδόσεις των συναδέλφων εξέδωσαν το 2014 το βιβλίο ‘Οι άλλες ιστορίες’ του υποδιοικητή Μάρκος, μίας εμβληματικής μορφή του κινήματος των Ζαπατίστας. Οι μικρές ιστορίες που περιέχονται σε αυτό το μικρό βιβλίο συμπυκνώνουν την στάση ζωής, την κουλτούρα και την σοφία των ιθαγενών της επαρχίας Τσιάπας του Μεξικού. Και αυτήν ακριβώς την σοφία κατέγραψε στις μικρές «αυτόνομες» ιστορίες του ο υποδιοικητής Μάρκος, ανασύροντας στην επιφάνεια όλο τον πνευματικό «πλούτο» των ιθαγενών. Θα λέγαμε πως η ώσμωση, η σύμφυση μεταξύ ιθαγενών και Ζαπατίστας αποκρυσταλλώνεται και στο κατεξοχήν λογοτεχνικό πεδίο, το οποίο δεν καταγράφει απλώς και μόνο ιστορίες, αλλά «εμπλουτίζει» την ζωή. Οι ‘άλλες ιστορίες’ του υποδιοικητή Μάρκος συγκροτούν την πράξη του διαρκούς στοχασμού πάνω στη ζωή και στη φύση, στο πολιτικό και στην ενεργή αντίσταση. Δεν εκμαιεύει την συγκίνηση των αναγνωστών, αντιθέτως, θα λέγαμε πως συμβάλλει στην ενεργοποίηση των αντανακλαστικών του ανθρώπου ως κατεξοχήν κοινωνικού και πολιτικού «ζώου». Με αυτόν τον τρόπο, οι ιστορίες του Μάρκος «επικοινωνούν» οργανικά με τις ευρύτερες συνηχήσεις της ρήσης του Αριστοτέλη.
Οι αφηγήσεις του Μάρκος κινούνται στον αντίποδα των «πλούσιων» λογοτεχνικών εικόνων και αφηγήσεων καθότι δεν προβάλλουν μόνο την λιτότητα εικόνων, αλλά κύρια την λιτότητα που εγγράφεται σε εκείνα τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά που συγκροτούν την ανθρώπινη ζωή και πράξη, όπως ένα δένδρο που «φιλτράρει» και «διαμεσολαβεί» το φως.
Για τον σπουδαίο Σταγειρίτη φιλόσοφο, ο άνθρωπος είναι και λειτουργεί ως πολιτικό «ζώον», ως ζώον που δύναται να αντιληφθεί το όλον που τον περιβάλλει. Ο άνθρωπος, προικισμένος με τις λειτουργίες της σκέψης και της νόησης αίρει την κατάσταση του «άγριου θηρίου», στοχάζεται πολιτικά, συγκροτεί εκείνες τις πρωτόλειες συλλογικότητες που τείνουν να οδηγήσουν στη δόμηση οργανωμένων κοινωνιών. Έτσι, και οι ιστορίες του υποδιοικητή Μάρκος,1 μας υπενθυμίζουν το εύρος που έχει αποκτήσει η ρήση του Σταγειρίτη φιλόσοφου, ενώ, την ίδια στιγμή, καταδεικνύουν ότι το πολιτικό «ζώον» παραμένει διαρκές ζητούμενο για όλους όσοι δρουν και εναντιώνονται στην υπάρχουσα κοινωνικοπολιτική θέσμιση.
«Και όλα τα κοιτάγματα έμαθαν οι πρώτοι άντρες και οι γυναίκες. Και το πιο σημαντικό που έμαθαν είναι το κοίταγμα που κοιτά το ίδιο το κοίταγμα και το μαθαίνει και το γνωρίζει, το κοίταγμα που κοιτά το ίδιο κοιτάζοντας και κοιτάζοντας τον εαυτό του, που κοιτάζει δρόμους και κοιτάζει αύριο που δεν έχουν ακόμη γεννηθεί, δρόμους που είναι ακόμη να περπατηθούν και ξημερώματα που είναι να γεννηθούν».2 Το «κοίταγμα» παραμένει διαρκές και μεταβαλλόμενο, στοχαστικό και «ενεργητικό». Αυτό το στοχαστικό «κοίταγμα», μαζί με τις λέξεις που προφέρονται και αποτυπώνονται στο χαρτί αποτελούν τα «όπλα» των δραστήριων και σκεπτόμενων ανθρώπων. Το «κοίταγμα» πηγαίνει πέρα από τον ορίζοντα, κοιτάζει «βαθιά» τον «εαυτό» του, «προχωρά» όταν η δράση σταματά. Και αυτά τα «πρώτα κοιτάγματα που έμαθαν οι πρώτοι άντρες και οι γυναίκες», αποτελούν την πρώτη ύλη που «τρέφει» με στοχασμό και με αμφιβολία τον κόσμο.
Ο Μάρκος και οι ιθαγενείς, ο Μάρκος και οι Ζαπατίστας μας προσκαλούν στο ταξίδι των κοιταγμάτων, ένα ταξίδι γνώσης και αμφιβολίας, δράσης και σιωπής. Όταν οι λέξεις «σωπαίνουν», το κοίταγμα «κοιτάζει αύριο που δεν έχουν ακόμη γεννηθεί, δρόμους που είναι ακόμη να περπατηθούν και ξημερώματα που είναι να γεννηθούν». Ο γερό-Αντόνιο της ‘ιστορίας των κοιταγμάτων’ είναι η αρχετυπική μορφή της εξονυχιστικής παρατήρησης του κόσμου, που άλλοτε προσλαμβάνει την μορφή του κοιτάγματος και άλλοτε των λέξεων. Γιατί «Διαβάτη, τα ίχνη σου είναι μόνο ο δρόμος και τίποτε άλλο, Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος, ο δρόμος γίνεται βαδίζοντας…»[3]
O αιώνιος διαβάτης κοιτάζει, παρατηρεί, αφουγκράζεται την σιωπή της μιας στιγμής, συγκροτεί το όλον. Ο Μάρκος μιλά ως «άλλος», ως ένα «αντηχείο» που φέρει τις λέξεις των ιθαγενών, εκείνες τις λέξεις που ιεραρχούν την πολλαπλότητα του κόσμου, ενός κόσμου που ανήκει σε όλους τους ζώντες οργανισμούς. Το κοίταγμα και οι χιλιοειπωμένες λέξεις βρίσκουν το κρυμμένο νόημα της ζωής του ανθρώπου. Και ένα απλό κοίταγμα, ως το δώρο που έδωσαν «οι πιο πρώτοι θεοί» στον άνθρωπο βλέπει μέχρι τα «αγέννητα» ξημερώματα και τα υπέροχα και μεγάλα σύννεφα. Αυτός είναι ο πλούτος των ιθαγενών: η λιτότητας της εικόνας και το νόημα της μεγάλης λέξης, της λέξης που περνά μέσα από δύσβατους και «αδιάβατους» δρόμους.
Οι ‘άλλες ιστορίες’ του Μάρκος, παράγουν πλούσιες λέξεις, εικόνες και ιστορίες, ‘άλλες ιστορίες’. Δεν ανήκουν σε ένα συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος, αντιθέτως συνιστούν την «ρέουσα», «παρούσα» και ενεργή αφήγηση μίας κοινότητας ανθρώπων που, με τις δικές τους λέξεις εγγράφουν την λιτότητα και τον στοχασμό στις προϋποθέσεις συγκρότησης του αξιοβίωτου βίου. Το «φίλτρο» της προφορικής παράδοσης φτάνει έως εμάς, «νοτισμένο» με τις παραδόσεις της Κεντρικής και της Νότιας Αμερικής. «Ο γερο-Αντόνιο σηκώνεται αργά, παίρνει το δέρμα, το εξετάζει προσεκτικά. Μετά το τυλίγει και μου το παραδίδει. «Παρ’ το», μου λέει. «Σ’ το χαρίζω, για να μην ξεχάσεις ποτέ ότι το λιοντάρι και το φόβο τα σκοτώνεις αν ξέρεις που να κοιτάξεις…» Ο γερο-Αντόνιο γυρνά και μπαίνει στην καλύβα του. Στη γλώσσα του γερο-Αντόνιο αυτό σημαίνει: «Τελείωσα πια. Αντίο». Εγώ έβαλα σε μια πλαστική σακούλα το δέρμα του λιονταριού κι έφυγα…»[4]
Ο φόβος και το λιοντάρι «σκοτώνονται» από το κοίταγμα και τις λέξεις. ‘Οι άλλες ιστορίες’ ανασύρουν στην επιφάνεια τον άλλο άνθρωπο, το πολιτικό «ζώον» που ιδιαίτερα σήμερα, παραμένει το ζητούμενο. Λίγες ημέρες πριν την διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών το μικρό βιβλίο του υποδιοικητή Μάρκος προσφέρει μία ιδανική ευκαιρία για έναν καίριο στοχασμό πάνω στο τι σημαίνει πολιτική και πολιτικό «ζώον». Αυτές οι πολλαπλές και «αντιλογοτεχνικές» αφηγήσεις, περιέχουν πολλαπλά επίπεδα, αποδομούν βεβαιότητες, «τινάζουν» σκέψεις, αφυπνίζουν συνειδήσεις, παρουσιάζουν τον «άλλο» άνθρωπο μιας άλλης αριστεράς βαθιά γειωμένης και συνδεδεμένης με τις προφορικές-πολιτισμικές παραδόσεις.
Η «ζώσα» λογοτεχνία συναντά ένα «αντιλογοτεχνικό» παράδειγμα που την «εμπλουτίζει» με τα οργανικά στοιχεία των «άλλων» ιδεών. ‘Οι άλλες ιστορίες’ συγκροτούν τον συλλογικό διανοούμενο που ενυπάρχει στο πνεύμα και στις πρακτικές ενός μαχόμενου πλήθους, ενός πλήθους που συγκροτείται μέσω της σύνδεσης «ατομικοτήτων». Σήμερα, το πολιτικό «ζώον» του Αριστοτέλη, το πολιτικό «ζώον» των Ζαπατίστας, το «ζώον» που σκέπτεται ολικά και δρα μαχητικά, είναι περισσότερο επίκαιρο από ποτέ.
Η πολιτική, η αριστερή πολιτική, χρειάζεται τις ρέουσες αφηγήσεις. Ας «κρύψουμε» τις δικές μας λέξεις και ας αφουγκραστούμε μαζί τους. «Κατέβασε το ποτήρι, την κοίταξε βαθιά στα μάτια και σαν συνέχεια των όσων είχε αναπολήσει της είπε: «Γυναίκα, τι λες; Να κρύψουμε τα βιβλία μας σε εκείνο το χωράφι που έχεις στο χωριό για παν ενδεχόμενο;»[5] Κι αυτά τα «κρυμμένα» βιβλία θα αποκαλύψουν την ζωή και την «κρισιακή» πολιτική πράξη.
[1] Ο Μάρκος έφερε τον τίτλο του υποδιοικητή (Subcomandante στα Ισπανικά), θεωρώντας πως τον τίτλο του διοικητή τον φέρει αυτοδικαίως ο λαός. Στην αντίληψη των Ζαπατίστας η ιεραρχία συγκροτείται και διαρθρώνεται από τα «κάτω» προς τα «άνω», καθότι οι πολλαπλές μορφές αυτοοργάνωσης και συγκρότησης του όλου καταλήγουν στην «θέσμιση» του «διοικητή» λαού. Ουσιαστικά, επρόκειτο για μία μορφή άμεσης και δικτυακής αντιιεραρχίας. Οι στρατιωτικοί τίτλοι που φέρουν τα διάφορα πρόσωπα παραπέμπουν σε δρώντα υποκείμενα που υπηρετούν τον διαρκώς επιδιωκόμενο στόχο της θέσμισης του «διοικητή» λαού. Στο πολλαπλό εξεγερσιακό γίγνεσθαι των Ζαπατίστας, το σημαίνον παραμένει η διαρκής απεύθυνση στις δυνατότητες δράσης του « πραγματικού διοικητή». Ο τίτλος φέρει «εντός» του, περιέχει τις μονάδες εκείνες που συγκροτούν το πλήθος των μαχόμενων ανθρώπων. [2] Βλ. σχετικά, Υποδιοικητής Μάρκος, ‘Η ιστορία των κοιταγμάτων’, Οι άλλες ιστορίες΄, Μετάφραση: Καρατζάς Γιώργος, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα, 2014, σελ. 32. [3] Βλ. σχετικά, Ματσάδο Αντόνιο, ‘Cantares’, 13/10/2012, www.poiein.gr [4] Βλ. σχετικά, Υποδιοικητής Μάρκος, ‘Το λιοντάρι σκοτώνει κοιτάζοντας΄…ό.π, σελ. 36. [5] Βλ. σχετικά, Χατζηκώστας Αλέκος, ‘Το πραξικόπημα’. ‘Σχεδία Μνήμης’, Εκδόσεις Mars Poetica, Βέροια, 2014, σελ. 26.

Πέμπτη, 1 Ιανουαρίου 2015

Βασιλόπιτα



Ξέρετε γιατί κόβουμε Βασιλόπιτα;


Έθιμα και άλλα της Πρωτοχρονιάς
http://aetostz.blogspot.gr/2015/01/blog-post_55.html
Η Πρωτοχρονιά αντιπροσωπεύει το ξεκίνημα του νέου έτους και μαζί μ’ αυτό την αρχή για μία νέα ζωή. Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι φεύγοντας ο παλιός χρόνος παίρνει μαζί του κι ό,τι κακό είχε και περιμένουν να έρθει ο νέος με τα δώρα του. «Γέρε χρόνε φύγε τώρα, πάει η δική σου η σειρά, ήρθε ο νέος με τα δώρα, με τραγούδια, με χαρά».



Ο καινούργιος χρόνος φορτωμένος με όνειρα, ελπίδες και υποσχέσεις για τη ζωή, κάνει την εμφάνισή του χαμογελαστός, χαρούμενος γεμάτος αισιοδοξία και οι άνθρωποι τον υποδέχονται με πυροτεχνήματα, γιορτάζοντας και ελπίζοντας σε κάποια αλλαγή, σε μία καλύτερη και πιο ευτυχισμένη ζωή.

Ο εορτασμός του νέου έτους είναι μία από τις αρχαιότερες γιορτές. Όπως αναφέρει αφιέρωμα του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων, πολλοί πιστεύουν ότι ξεκίνησε στην αρχαία Βαβυλώνα περίπου 4.000 χρόνια πριν, την Άνοιξη, κατά το πρώτο νέο φεγγάρι μετά την εαρινή ισημερία.

Για πολλά χρόνια, οι Ρωμαίοι γιόρταζαν ως Πρωτοχρονιά, την πρώτη Μαρτίου. Το 46 π.Χ., όμως, ο Ιούλιος Καίσαρας εφάρμοσε ένα νέο ημερολόγιο, αυτό που ισχύει και σήμερα, με αποτέλεσμα να μετρά ως πρώτη του χρόνου, η πρώτη Ιανουαρίου. Ο μήνας αυτός έχει πάρει το όνομά του από τον Θεό των Ρωμαίων Ιανό (Janus), o οποίος πάντα απεικονίζεται με δύο πρόσωπα, με το ένα να κοιτάζει πίσω στον παλιό χρόνο και το άλλο, μπροστά, στο νέο έτος.

Οι γιορτές των Ρωμαίων ονομάζονταν Calends (calendar=καλεντάρι=ημερολόγιο) και οι άνθρωποι στόλιζαν τα σπίτια τους και αντάλλασσαν δώρα.

Η ορθόδοξη εκκλησία της εποχής κυρίως του Μεγάλου Κωνσταντίνου, επειδή ήθελε να χωρίσει τους χριστιανούς από τους ειδωλολάτρες, απαγόρευε στους πρώτους να γιορτάζουν την Πρωτοχρονιά, όπως οι δεύτεροι. Τα αποτελέσματα της απαγόρευσης αυτής ήταν πολύ μικρά. Απαλείφθηκαν μόνο τα στοιχεία εκείνα που έρχονταν σε ευθεία αντίθεση προς τη χριστιανική ηθική.

Τα έθιμα της Πρωτοχρονιάς

Η Πρωτοχρονιά, όπως αυτή διαμορφώθηκε κάτω από την επίδραση της εκκλησίας και τη σύνδεσή της με τη γιορτή του Αγίου Βασιλείου, διαιωνίστηκε έως σήμερα ως λαϊκή γιορτή με έθιμα στις περιοχές όλης της Ελλάδας. Έθιμα, όμως, της Πρωτοχρονιάς υπάρχουν και στον υπόλοιπο κόσμο. Πολλά δε από αυτά έχουν καθιερωθεί και στη χώρα μας.

Τα έθιμα της Πρωτοχρονιάς σχετίζονται κυρίως με το καλότυχο της χρονιάς που έρχεται. Γι’ αυτό, συνδέθηκαν με συνήθειες που θα εξασφάλιζαν την ευετηρία.

Όπως για παράδειγμα, το σπάσιμο του ροδιού, που λόγω των πολλών σπόρων του παραπέμπει στην ευχή για πολλαπλασιασμό των αγαθών ή το κρέμασμα της αγριοκρεμμύδας, φυτό μεγάλης αντοχής.

Από φόβο για τα μελλούμενα γίνεται και το ποδαρικό, η υποδοχή του πρώτου προσώπου που θα μπει στο σπίτι μας όταν αλλάξει ο χρόνος. Μικρά παιδιά και γενικά καλορίζικοι άνθρωποι προσκαλούνταν να κάνουν ποδαρικό, ώστε η οικογένεια να απαλλαχτεί από οτιδήποτε κακό.

Την καλοτυχία τη χρονιά που έρχεται επιδιώκουν και όσοι παίζουν χαρτιά ή τυχερά παιχνίδια, έθιμο που σχετίζεται με την ανάγκη της πρόγνωσης του μέλλοντος, όπως και άλλες, λιγότερο γνωστές, συνήθειες.

Όπως για παράδειγμα η τοποθέτηση φύλλων ελιάς στο τζάκι ή κόκκων σιταριού στη στάχτη. Το κάψιμό τους έδινε στοιχεία μαντέματος για την κατάσταση της υγείας των παρευρισκομένων κατά τη διάρκεια του νέου έτους κλπ.

Η γαλοπούλα, ως βασικό φαγητό την ημέρα της Πρωτοχρονιάς, ήρθε στην Ελλάδα από τη Βόρεια Ευρώπη. Οι κάτοικοι εκεί αρχικά μαγείρευαν μεγάλα πουλιά για το γιορτινό γεύμα. Προτιμούσαν τους φασιανούς, τις χήνες και τα παγόνια.

Όταν όμως δοκίμασαν τη γαλοπούλα, την καθιέρωσαν ως το κατεξοχήν πρωτοχρονιάτικο γεύμα. Το έθιμο της γαλοπούλας έφτασε στην Ευρώπη από το Μεξικό το 1824 μ.Χ. Στην Ελλάδα παραδοσιακό φαγητό για την Πρωτοχρονιά ήταν το χοιρινό κρέας, όπως και για τα Χριστούγεννα.

Ανήμερα την Πρωτοχρονιά οι ορθόδοξοι χριστιανοί γιορτάζουν τη μνήμη του Αγίου Βασιλείου από την Καισάρεια. Βεβαίως, στις βιτρίνες των καταστημάτων επικρατεί ένας άλλος Άγιος, ο οποίος έρχεται από την παγωμένη Λαπωνία, γνωστός ως Santa Claus. Ο άγιος αυτός δεν έχει καμιά σχέση με τον δικό μας. Πρόκειται για τον Άγιο Νικόλαο.

Ο δικός μας Άγιος Βασίλειος έρχεται την ημέρα της Πρωτοχρονιάς από την Καισάρεια και είναι ο φιλάνθρωπος επίσκοπος, ένας από τους Τρεις Ιεράρχες, ενώ ο Santa Claus ήρθε από την Αμερική και ο σκοπός της ύπαρξής του ήταν να διαφημίσει γνωστό αναψυκτικό. Δημιουργός του, δε, υπήρξε ο αμερικανός σκιτσογράφος Τόμας Ναστ, το 1862.

Η βασιλόπιτα

Η πίτα, που φτιάχνουμε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς και κόβεται παρουσία όλων των μελών της οικογένειας, ή και άλλων συγγενών και φίλων, έχει τις ρίζες της στα αρχαία ελληνορωμαϊκά έθιμα. Στα Κρόνια (εορτή του θεού Κ(Χ)ρόνου, που λατρευόταν στην Ελλάδα) και στα Σατουρνάλια (saturnalia) της Ρώμης έφτιαχναν γλυκά και πίτες, μέσα στα οποία έβαζαν νομίσματα και σε όποιον τύχαινε το κομμάτι ήταν ο τυχερός της παρέας.

Η ορθόδοξη παράδοση συνέδεσε το έθιμο με τη βασιλόπιτα και την ιστορία του Άγιου Βασιλείου, ο οποίος για να προστατεύσει την περιφέρειά του, την Καισάρεια της Καππαδοκίας, από επιδρομή αλλοφύλων, έκανε έρανο και μάζεψε χρυσά νομίσματα και άλλα τιμαλφή για να τα δώσει στους εχθρούς, ώστε να τους δελεάσει και να μη λεηλατήσουν την περιοχή του. Ο εχθρός, όμως, τελικά δεν κατόρθωσε να εισβάλει στην Καισάρεια και τα τιμαλφή έμειναν.

Τότε, ο Μέγας Βασίλειος είπε να φτιάξουν μικρές πίττες - ψωμάκια, μέσα στις οποίες έβαζαν και ένα χρυσό νόμισμα, ή κάτι άλλο από όλα τα πολύτιμα πράγματα, που είχαν συγκεντρωθεί. Οι πίτες αυτές μοιράστηκαν σε όλους και ο καθένας κρατούσε ό,τι του τύχαινε.

Το έθιμο της βασιλόπιτας είναι πανελλαδικό και η καταγωγή της έχει ρίζες στην αρχαιότητα. Εορταστικούς άρτους για καλοτυχία παρασκευάζονταν κατά τη διάρκεια αρχαίων γιορτών. Επίσης, είναι γνωστές οι εξευμενιστικές προσφορές προς τους νεκρούς και τα πνεύματα.

Βασιλόπιτα παρασκευαζόταν σε όλη τη χώρα, με παραλλαγές. Στη Θεσσαλία, για παράδειγμα, έφτιαχναν πίτα με φύλλα. Μέσα έβαζαν λίγο κλήμα, τριφύλλι, καλαμπόκι, φασόλι, άχυρο.

«Κάθε κομμάτι είχε και από κάτι και αυτό που τύχαινε στον καθένα σήμαινε ότι θα έπρεπε να τον απασχολήσει ως καλλιέργεια το επόμενο έτος ή απλά ότι θα πήγαινε καλά η συγκεκριμένη σοδειά τη χρονιά αυτή», σημειώνει ο κ. Ευάγγελος Καραμανές, ερευνητής του Κέντρου Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών (www.kentrolaografias.gr).

Και συνεχίζει: «Στη Μικρά Ασία, όπου το πλαίσιο ήταν πιο αστικό, συνηθιζόταν το γλύκισμα ή το γλυκό ψωμί ζυμωμένο με διάφορα ζυμαρικά. Στη Μακεδονία και τη Θεσσαλία, όπου ο πληθυσμός ήταν πιο αγροτικός, έφτιαχναν τυρόπιτα ή κρεατόπιτα. Η πίτα ήταν το πιο συνηθισμένο φαγητό για τους ανθρώπους της περιοχής. Απλώς, στις γιορτές ήταν πιο πλούσιο γιατί έβαζαν μέσα κρέας κότας».

Με το κόψιμο της πίτας το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς, συνήθως από τον μεγαλύτερο της οικογένειας, η παράδοση της βασιλόπιτας ολοκληρωνόταν. Σήμερα συνεχίζει να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμού μας, ενώ η τελετή κοπή της μπορεί να συνεχιστεί καθ΄όλη τη διάρκεια των πρώτων μηνών του χρόνου από σωματεία, ιδρύματα και οργανισμούς.