Κυριακή, 3 Ιουνίου 2012

οικολογική κρίση

Μαρξιστική προσέγγιση της οικολογικής κρίσης


Σημ. γλόμπινγκ: το κείμενο αυτό περιέχει ορισμένα ενδιαφέροντα στοιχεία σχετικά με την περιβαλλοντική καταστροφή και ορισμένες μαρξιστικές έννοιες όπως π.χ ο νόμος της αξίας, γι' αυτό και το δημοσιεύουμε.
Θεωρούμε ότι κάθε προσπάθεια να εξηγηθεί η παγκόσμια περιβαλλοντική κρίση υπό το πρίσμα του επιστημονικού σοσιαλισμού/κομμουνισμού υστερεί εξ' αρχής εφ' όσον δεν συμπεριλαμβάνονται οι επεξεργασίες του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό.
Το γλόμπινγκ δεν ταυτίζεται, ούτε υποστηρίζει το "οικοσοσιαλιστικό" ρεύμα που ως συγκροτημένη πολιτική πλατφόρμα είναι συνιστώσα του Σύριζα. 
Aφιερώνεται στην κ. Κοντούλη και τους Οικολόγους-Πράσινους, που από "ριζοσπάστες αριστεροί", παίρνοντας διαζύγιο απ' ότιδήποτε αριστερό ή ριζοσπαστικό είχαν πριν ακόμα γίνουν κόμμα, γίναν η ουρά της αστικής τάξης. http://e-globbing.blogspot.gr/2012/06/blog-post_03.html

Η οικολογική κρίση, ως αποτέλεσμα της ανθρώπινης επίδρασης πάνω στη φύση, έχει φτάσει στο σημείο που θα μπορούσε να απειλήσει την ίδια την επιβίωση της ανθρωπότητας.
Τα οικονομικά συμφέροντα πολυεθνικών βιομηχανικών κολοσσών επιβάλλουν την ολοένα και με ταχύτερους ρυθμούς εφαρμογή νέων τεχνικών παραγωγής χωρίς καμία προηγούμενη αξιολόγηση των οικολογικών τους συνεπειών, καθώς επίσης και τη συνεχιζόμενη χρησιμοποίηση παραγωγικών τεχνικών που αποδεδειγμένα επιφέρουν ανεπανόρθωτες καταστροφές στο περιβάλλον.
Θα πρέπει βέβαια να υπογραμμιστεί ότι η «τεχνολογική πρόοδος» είναι εκείνη που σε τελική ανάλυση αυξάνει τη ικανότητά μας να επενεργούμε πάνω στη φύση διαταράσσοντας τις ισορροπίες της.
Η βιομηχανική επανάσταση του 19ου αιώνα αύξησε κατά πολύ το επίπεδο εκπομπής ατμοσφαιρικών ρύπων βλάπτοντας σοβαρά την υγεία όχι μόνο των εργαζομένων στα εργοστάσια αλλά και γενικά όλων των κατοίκων των πόλεων. Στην ουσία εξαπολύθηκε από τον άνθρωπο μια καθολική επίθεση στη φύση με σκοπό την όσο δυνατόν πιο αποδοτική εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, γεγονός που κλόνισε τις οικολογικές ισορροπίες.
Και όμως η οικολογική κρίση, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, δεν είναι η γραμμική έκβαση της βιομηχανικής ανάπτυξης από τον 19ο αιώνα μέχρι τώρα. Είναι αποτέλεσμα ενός ποιοτικού άλματος που έχει άμεση σχέση με τη γενίκευση της χρήσης του πετρελαίου (και της διάδοσης του αυτοκινήτου) και με την ανάπτυξη της χημικής βιομηχανίας και της χρήσης της σε πάρα πολλούς τομείς της οικονομίας, ιδιαιτέρως δε στη γεωργία με τα λιπάσματα και τα φυτοφάρμακα.
Από τη δεκαετία του 1970 το ποιοτικό αυτό άλμα έχει αποκτήσει ακόμη πιο εντυπωσιακές διαστάσεις λόγω του συνδυασμού της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης με την ανεξέλεγκτη εκβιομηχάνιση του «Τρίτου Κόσμου».
Η οικολογική κρίση, αν και δημιουργεί νέα προβλήματα που αναζητούν άμεση λύση, απέχει πολύ από το να βάλει στο περιθώριο τα παραδοσιακά οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα. Αντίθετα όλα τα στοιχεία της κρίσης είναι στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους.
Η οικολογική κρίση είναι ένα φαινόμενο που συνεχώς εξαπλώνεται και οδηγεί, προς το παρόν, σε τοπικές καταστροφές. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι καταστροφές αυτές είναι μη αναστρέψιμες, σ' άλλες περιπτώσεις είναι δυνατόν να αναστραφούν είτε βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα. Αυτό εξαρτάται από τις συνειδητές επιλογές που θα κάνουν οι ανθρώπινες κοινότητες.


Μολονότι δε μπορεί να ξεφύγει από τους νόμους της φύσης, με διάφορες μορφές ο σημερινός τρόπος παραγωγής έρχεται σ' αντίθεση με τη φύση και τις εξελικτικές της διαδικασίες. Για το κεφάλαιο μόνο η ποσοτική σχέση μεταξύ χρόνου εργασίας και χρήματος, στο πλαίσιο του νόμου της αξίας, έχει αποφασιστική σημασία. Οι ποιοτικές σχέσεις δε λαμβάνονται υπόψη. Η παραγωγή βασίζεται στην ολοκλήρωση των διαδικασιών του οικονομικού κύκλου στο μικρότερο δυνατό χρόνο με σκοπό να αποσβεστεί το επενδυμένο κεφάλαιο. Με αυτό τον τρόπο επιβάλλεται ένας ρυθμός και ένα πλαίσιο στις φυσικές διαδικασίες που είναι ξένα προς αυτές. Η εκμετάλλευση των φυσικών πόρων του πλανήτη δε λαμβάνει υπόψη της τον αναγκαίο για τη δημιουργία ή την ανανέωσή τους χρόνο.
Η εξάπλωση της γενικευμένης εμπορευματικής παραγωγής καταλαμβάνει το χώρο που απαιτείται για μια ήπια διαδικασία παραγωγής, χωρίς να λαμβάνει υπόψη το φυσικό περιβάλλον. Δεν είναι η έλλειψη σοφίας του συστήματος που επιφέρει την καταστροφή του περιβάλλοντος, αλλά η ίδια η λογική που βρίσκεται πίσω από αυτό το σύστημα παραγωγής. Γι' αυτό ο λόγος για μια «αειφόρο ανάπτυξη», δε μπορεί παρά να διαψεύδεται από τη λογική του κεφαλαίου: αειφόρος ανάπτυξη και νόμος της αξίας αποκλείονται αμοιβαία.
Η ορθολογικότητα του συστήματος παραγωγής καθορίζει την κίνηση του μεμονωμένου κεφαλαίου. Ωστόσο ο ανταγωνισμός μεταξύ των κεφαλαίων καθιστά το οικονομικό σύστημα παράλογο. Η ορθολογικότητα που ενεργοποιείται για τη βελτίωση της παραγωγής και την εξοικονόμηση πρώτων υλών σταματά μπροστά στην είσοδο της καπιταλιστικής επιχείρησης.
Όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις της ρύπανσης των νερών, της ατμόσφαιρας και του εδάφους, οι μεγάλες πολυεθνικές βιομηχανίες αποποιούνται τις ευθύνες τους με συνέπεια το περιβάλλον να πληρώνει το τίμημα. Επιπλέον, ο ανταγωνισμός οδηγεί σε περιοδικές κρίσεις υπερπαραγωγής, αποκαλύπτοντας ότι μια σημαντική ποσότητα ενέργειας και πρώτων υλών έχουν επενδυθεί σε προϊόντα που δε μπορούν να πωληθούν.
Επιπλέον, προωθείται η παραγωγή εμπορευμάτων που είναι περιττά από την άποψη της αξίας χρήσης τους (διαφήμιση, μόδα, διάφορα ναρκωτικά, όπλα κτλ) αλλά η ανταλλακτική τους αξία αποφέρει μεγάλα κέρδη. Ο ανταγωνισμός, ο αγώνας δρόμου για το κέρδος, είναι σε τελική ανάλυση η αιτία πίσω από την παράλογη συμπεριφορά σε σχέση με το περιβάλλον.
Η οικολογική κρίση είναι οικουμενική και μέσα σε ένα πλαίσιο οικονομικού ανταγωνισμού, μπορεί να θεωρηθεί ως το μεγαλύτερο από τα δεινά της σύγχρονης εποχής. Ορισμένες αιτίες της οικολογικής κρίσης μπορούν να ανιχνευθούν πολλά χρόνια πίσω, άλλες όμως είναι το αποτέλεσμα της συνδυασμένης εξέλιξης διαφόρων, συγκεκριμένων όμως, κοινωνικο-οικονομικών παραγόντων του τελευταίου αιώνα.


Ο έλεγχος της οικολογικής κρίσης απαιτεί χρόνο και επενδύσεις που θα σήμαναν την αναίρεση βασικών θεωρήσεων για τον κύκλο του κεφαλαίου. Ακριβώς όπως και στις κλασικές οικονομικές κρίσεις, οι κυριαρχούμενες κοινωνικές τάξεις φέρουν το μεγαλύτερο μερίδιο του φορτίου, ιδιαίτερα στις εξαρτημένες χώρες με δεδομένη την αλληλεπίδραση της οικονομικής κρίσης με την οικολογική.
Η αυξανόμενη συνειδητοποίηση, σχετικά με την οικολογική κρίση που αναπτύσσεται ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, αντιπροσωπεύει μια σθεναρή αντίσταση και αμφισβήτηση στην ιδέα ότι η υπάρχουσα κοινωνική και οικονομική τάξη πραγμάτων είναι ικανή να εγγυηθεί τη συνεχή «πρόοδο για όλους» και ότι η κυριαρχία πάνω στη φύση είναι εγγενώς θετική και ότι όλα τα προβλήματα που έχουν σχέση με αυτήν μπορούν να λυθούν.
Τα τελευταία χρόνια, οικονομικά προγράμματα και πολιτικοί προσανατολισμοί σχετικοί με την «οικολογική οικονομία της αγοράς» έχουν αρχίσει να αυξάνονται σε αριθμό αλλά και σημασία. Μέχρι αυτή τη στιγμή όμως, οι απόπειρες ανα-προσανατολισμού του σημερινού οικονομικού συστήματος σε μια φιλική προς το περιβάλλον λειτουργία δεν έχουν ξεπεράσει το στάδιο της μελέτης.
Ωστόσο, στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης, μια τεράστια προσπάθεια βρίσκεται σ' εξέλιξη για να επιβληθεί ένα σύστημα «αγοραπωλησίας δικαιωμάτων ρύπανσης» σε παγκόσμια κλίμακα με αφορμή τον στόχο να μειωθεί η ποσότητα των θερμοκηπικών αερίων. Με τη συνηγορία των Ηνωμένων Πολιτειών, αυτός ο μηχανισμός αγοραπωλησίας έγινε αποδεκτός από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόκειται για μία επικίνδυνη εξέλιξη που πρέπει να σταματήσει. Πρώτον, γιατί ανοίγει το δρόμο για την ενίσχυση της εξάρτησης των υπό ανάπτυξη χωρών απ' το Βορρά. Σ' ένα μηχανισμό που καθορίζει για κάθε χώρα ένα ανταλλάξιμο ποσοστό ρύπανσης, η εξουσία λήψης αποφάσεων ανήκει σ' αυτούς που διαθέτουν την οικονομική δύναμη να εμπορεύονται ρυπαίνοντας όταν το θεωρούν συμφέρον. Οι χρεωμένες χώρες του Νότου και της Ανατολής θα μπορούσαν να πωλήσουν το ποσοστό τους στις βόρειες χώρες, μολονότι οι τελευταίες ρυπαίνουν πολύ περισσότερο. Επιπλέον, το σύστημα στοχεύει να κάνει τη ρύπανση εμπόρευμα, άρα και μια πηγή κέρδους.
Τελικά πρέπει να τονισθεί μ' έμφαση ότι το αποφασιστικό στοιχείο της φιλελεύθερης επίθεσης στο οικολογικό πεδίο, είναι να διαλύσει την ανατρεπτική δύναμη της οικολογικής κριτικής, η οποία εγείρει μια πρόκληση για το σύνολο της λειτουργίας του συστήματος. Στοχεύει στην αποκατάσταση του κύρους της ιδέας ότι η αγορά είναι το καλύτερο όργανο στον αγώνα κατά της ρύπανσης. Αυτή η ιδέα όπως και η θέση σύμφωνα με την οποία η προστασία του περιβάλλοντος θα μπορούσε να γίνει η ατμομηχανή για «ένα νέο εκσυγχρονισμό της καπιταλιστικής οικονομίας» αποτελούν τις νέες προκλήσεις για το ριζοσπαστικό οικολογικό κίνημα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου