Σάββατο, 13 Απριλίου 2013

κοτες και φυλες

Ελληνικές φυλές κότας

Ι. Σκουφάτες ή Κατσουλιέρες ή Κατσουλάτες ή Κουκουλάτες:
Στις φωτογραφίες βλέπω συνολικά 3 κότες με σκουφί.
© Αποστόλης Τζογάνης
Α. Μία λαθουράτη, πολύ ωραίο δείγμα που φέρει σκουφί, το οποίο καλύπτει μόνο το μέτωπο και την κορόνα, είναι πιο φουντωτό (στην κορόνα) και όρθιο (στο μέτωπο) και σχηματίζεται από πολύ μικρά πούπουλα. Το σκουφί επίσης καλύπτει ελαφρώς ή έρχεται στο επίπεδο του άνω μέρους των ματιών. Τα λειριά της είναι μικρού μεγέθους και ο σωματότυπός της φαίνεται να είναι μετρίου μεγέθους.
Β. Μία κοκκινοκαφέ που κλωσσάει, πολύ τυπικό δείγμα όρνιθας. Χαρακτηριστικά είναι τα μαύρα στίγματα που φέρουν τα καλυπτήρια του λαιμού και μάλλον το μαύρο φρύδι. Η ουρά φαίνεται να είναι κοντή με την πρώτη ματιά. Δε ξέρω αν είναι λόγω του τελάρου πατημένη ή κομμένη. Τα λειριά είναι μετρίου μεγέθους. Ο σωματότυπός της είναι μιας κανονικής κλασσικής κότας, δηλαδή μετρίου προς μεγάλου. Όσον αφορά το σκουφί, καλύπτει το μέτωπό της, την κορόνα και απ’ ότι φαίνεται και το πίσω μέρος του κρανίου. Σχηματίζεται από πούπουλα πιο μεγάλα απ’ ότι στην λαθουράτη και η φορά τους προς τα πίσω, τα κάνει να καλύπτουν ομοιόμορφα το ένα με το άλλο, με αποτέλεσμα να σχηματίζουν μία μπάλα και όχι φούντα όπως στην λαθουράτη.
Γ. Μία λευκή με καφέ κυρίως στίγματα σε διάφορα σημεία του σώματός της, που θυμίζουν light Brahma στην κατανομή τους. Είναι μία μεγάλου μεγέθους και «βαριά» κότα, τουλάχιστον σε σχέση με τις άλλες δύο και κυρίως την λαθουράτη. Έχει μετρίου μεγέθους λειριά και κανένα ιδιαίτερο -απ’ όσο φαίνεται σε μία φωτογραφία- χαρακτηριστικό, πέραν του σκουφιού. Το σκουφί δείχνει μεγαλύτερο απ’ των άλλων δύο με διαφορετικό στυλ στην φορά των φτερών. Ναι μεν έχουν φορά προς τα πίσω, όπως στην καφεκόκκινη, αλλά δεν καλύπτουν το ένα το άλλο ομοιόμορφα και σχηματίζουν μικρές «άκρες», αυτό οφείλεται στον διαφορετικό τύπο φτερών. Τα πούπουλα που σχηματίζουν το σκουφί της είναι πιο μικρά και πιο λεπτά κι’ έτσι δεν αλληλοκαλύπτονται πλήρως οι άκρες τους. Το αποτέλεσμα είναι να έχει ένα τύπο σκουφιού μεταξύ λαθουράτης και καφεκόκκινης, δηλαδή σαν φουντωτή μπάλα. Τέλος, το σκουφί της, καλύπτει μεγαλύτερο μέρος του κεφαλιού απ’ ότι στις άλλες δύο, αυτό συμβαίνει γιατί απ’ ότι φαίνεται τα πίσω φτερά του κεφαλιού είναι «ριχτά» και καλύπτουν σημεία που στις άλλες δύο δεν καλύπτονται, λόγω του διαφορετικού τύπου πούπουλων.
Σαν τελικό γενικό συμπέρασμα, μπορώ να πω, πως ο τύπος και το στυλ του σκουφιού είναι παρόμοιο και στις τρεις. Αυτά που ανέφερα ανωτέρω είναι λεπτομέρειες για το καθένα σκουφί, ώστε να γίνουν κατανοητές οι διαφορές αυτών. Γενικώς έχω δει σκουφιά σε διάφορες κότες άλλων περιοχών και κάποια διαφέρουν κατά πολύ απ’ ότι σ’ αυτές.

ΙΙ. Σκουφάτος κόκορας:
Μία φωτογραφία δείχνει έναν καφεκόκκινο κόκορα με σκουφί.
Φωτό Α (© Αποστόλης Τζογάνης)                Φωτό Β (© Απόστολος Χριστόπουλος)
Το δείγμα φέρει ριχτό και μεγαλύτερο σκουφί (φωτό Α) απ’ ότι σε άλλους σκουφάτους κοκόρους που έχω δει (φωτό Β). Τον σκουφάτο κόκορα στην Β φωτογραφία τον είχα βρει στο χωριό Άγιος Νικόλαος κοντά στο Καρπενήσι, έχει καταγωγή από την Παλαιοκατούνα (ή Άγιος Προκόπιος) Ευρυτανίας και είναι βγαλμένος από κλώσσα, διασταυρωμένη με σκουφάτο-σκαλτσουνάτο κόκορα Φθιωτικής καταγωγής. Είναι πιθανόν και αυτός του Αγρινίου να είναι ντόπιος λόγω των χαρακτηριστικών του (λειριά και σκουφί). Περαιτέρω σχόλια δεν μπορώ να κάνω, π.χ. όπως για τον σωματότυπό του ή για νύχια του, διότι δεν έχω πλήρη εικόνα του πουλιού σε όρθια στάση. Απ’ όσο φαίνεται πάντως δείχνει να είναι μεγαλόσωμος και έστω από δύο δάχτυλα που διακρίνονται η άποψή μου για ντόπιος ενισχύεται. Τα δάχτυλα σε αυτούς του εμπορίου και στους βελτιωμένους είναι κατά κανόνα πιο χοντρά και μεγάλα, αυτός φαίνεται να έχει πιο λεπτά δάχτυλα και υγιή. Τα νύχια του δείχνουν πως το πουλί ζει εκτός κοτετσιού (εννοώ δεν είναι κλεισμένος όλο το 24ωρο εκεί) και κλούβας, οπότε πιθανόν να προέρχεται από κλώσσα και όχι από φορτηγό.
ΙΙΙ. Ντόπια Καφεκόκκινη πιτσιλωτή:
 Κάποιες φωτογραφίες δείχνουν μία κότα μόνη της, η οποία θα μπορούσε να είναι ντόπια, λόγω του χρωματισμού τους. Επικρατεί, στο μεγαλύτερο μέρος του σώματός της, το καφεκόκκινο σε διάφορες αποχρώσεις, ο κιτρινοκαφέ λαιμός και το καφεμαύρο στο υπογάστριο, στα πλευρά και στα κάτω καλυπτήρια της ουράς. Τα περισσότερα από τα πούπουλά της είναι δίχρωμα ή με μαύρες κυρίως πιτσιλιές και γραμμές, με χαρακτηριστικότερα τα καλυπτήρια της φτερούγας, που έχουν κατά μήκος του καλαμιού ανοιχτόχρωμη κιτρινοκαφετιά γραμμή και τα καλυπτήρια του λαιμού που έχουν μαύρο περίγραμμα. Τα καφεκόκκινα άνω καλυπτήρια της ουράς επίσης, έχουν πολλές μικρές μαύρες πιτσιλιές. Η κότα πρέπει να είναι αρκετά υγιείς και ζωηρή, απ’ την ανησυχία που δείχνει στις φωτογραφίες. Τα λειριά της είναι μεγάλα και το επάνω μονό, όπως δηλαδή σε πολλές κλασσικές κότες. Τα χρώματα και η ζωηράδα της είναι στοιχεία ενίσχυσης υπέρ ντόπιας κότας. Ο σωματότυπός της δεν δείχνει εκ πρώτης όψεως για ντόπια, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποκλειστεί η περίπτωση, διότι ο τρόπος εκτροφής της μπορεί να την έφερε σε μια τέτοια εξέλιξη.

IV. Μπουθούνες Μερικές φωτογραφίες, δείχνουν 6-7 κότες μπουφούνες.
(© Αποστόλης Τζογάνης)
Α. Δύο λευκές μπουφούνες μαζί και ίσως και μία τρίτη να διακρίνεται στο αριστερό μέρος της αρχικής φωτογραφίας. Αυτή η σπάνια ομοιογένεια λευκής μπουφούνας είναι πάρα πολύ ιδιαίτερη και εάν όντως προέρχονται από αυτόχθονο πληθυσμό είναι πάρα πολύ σημαντικό, γιατί τότε μιλάμε για μία σίγουρα ντόπια φυλή/ράτσα. Καλό θα ήταν εδώ, να γίνει περαιτέρω έρευνα ώστε να μάθουμε λεπτομέρειες για τον πληθυσμό αυτό, εάν δηλαδή είναι ντόπιος, από πού προέρχεται, εάν αυτές της φωτογραφίας είναι από κλώσσα και εάν υπάρχει κόκορας και αν είναι δυνατή η φωτογράφησή του, όπως και καλό θα ήταν να φωτογραφηθεί όλο το κοτέτσι μαζί για συγκρίσεις, ασχέτως τα χρώματα και τους τύπους των υπόλοιπων ορνίθων που ζουν μαζί με αυτές. Ο τύπος αυτός έχει την μεγαλύτερη ομοιογένεια σε σύγκριση με τις υπόλοιπες κότες που έχει φωτογραφήσει ο Αποστόλης. Τα «γένια» τους δείχνουν να είναι φουντωτά, μικρά προς μέτρια και να καλύπτουν αυτιά, πιγούνι και το ανώτερο τμήμα του λαιμού. Το μόνο σχόλιο που μπορώ επιπλέον να κάνω είναι για τα λειριά, δεν ξέρω εάν η σχεδόν παντελής έλλειψη λειριών οφείλεται σε χαρακτηριστικό της φυλής ή στην ηλικία των ορνίθων (να είναι δηλαδή πουλάδες στην φωτογραφία), είναι κάτι που χρειάζεται κι’ αυτό περαιτέρω ψάξιμο και εάν είναι νεαρά θα ήταν χρήσιμο να φωτογραφηθούν μετά την ενηλικίωσή τους, ώστε να δούμε πως θα εξελιχθούν. Η σχεδόν έλλειψη λειριών, τις κάνει να μοιάζουν περισσότερο με περιστέρια, παρά με κότες. Για τον σωματότυπο ή άλλα χαρακτηριστικά δεν μπορώ να εκφέρω γνώμη, διότι δεν έχω ολοκληρωμένες φωτογραφίες, ίσως να είναι μετρίου μεγέθους όρνιθες.
Β. Λευκή μπουφούνα που φαίνεται στην δεύτερη κατά σειρά κατωτέρω φωτογραφία, της πρώτης σειράς. Απ’ ότι καταλαβαίνω από τις φωτογραφίες, πρόκειται μάλλον για διαφορετικό άτομο απ’ τις υπόλοιπες λευκές (στις ολόλευκες δεν φαίνονται λειριά και στην λευκοκαφέ ξεχωρίζουν έντονα τα «αυτιά»). Θα μπορούσε να είναι όμως και το ίδιο άτομο με αυτό που φαίνεται στην κάτω σειρά φωτογραφιών, η μη καθαρότητα της φωτογραφίας δυσκολεύει να το διακρίνω ακριβώς. Παρ’ όλα αυτά θα την σχολιάσω ξεχωριστά. Το πάνω λειρί κατ’ αρχάς μοιάζει να είναι διπλό και πάρα πολύ κοντό. Δεν μπορώ όμως να καταλάβω αν πρόκειται για νεαρή κότα ή ενήλικη, οπότε δεν κάνω επιπλέον σχολιασμούς επ’ αυτού. Για τα «γένια» βλέπω διαφορές ως προς τις προηγούμενες μπουφούνες, ως προς το μέρος των τμημάτων που καλύπτουν και ως προς το μέγεθός τους. Δεν είναι πολύ φουντωτά, καλύπτουν το πιγούνι, ίσως λίγο μεγαλύτερο μέρος του λαιμού και ελαφρώς τα αυτιά. Δεν υπάρχει ολόσωμη φωτογραφία της, αλλά δείχνει να είναι μετρίου προς μεγάλου μεγέθους όρνιθα. 
Γ. Στην κάτω σειρά φωτογραφιών βλέπω μία κότα η οποία κατά πάσα πιθανότητα είναι το ίδιο άτομο, καλό θα ήταν να γίνει μία διευκρίνιση. Θα σχολιάσω τις φωτογραφίες ως ένα άτομο. Γενικώς έχει χαρακτηριστικά που ομοιάζουν αρκετά με την προηγούμενη λευκή που σχολίασα (υπάρχει ομοιογένεια ή πρόκειται για το ίδιο πουλί). Ξεκινώντας από τα λειριά βλέπω κι’ εδώ διπλό το άνω λειρί, πολύ κοντό και συμπαγές, τα κάτω λειριά είναι μετρίου προς μικρού μεγέθους. Πρόκειται για ενήλικη πιθανώς όρνιθα, μεγάλου μεγέθους και «βαρύ» σωματότυπου. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της που «βγάζει μάτι», είναι τα κάπως πιο αρρενωπά χαρακτηριστικά της, μιλάω δηλαδή για τα μακριά φτερά στο λαιμό (κυρίως αυχένα) και τα μακριά και «ριχτά» φτερά στην πλάτη, τα οποία θυμίζουν κόκορα! Δε νομίζω να είναι κόκορας? Αν είναι κόκορας, τότε είναι πολύ ιδιαίτερος. Τα «γένια» δεν είναι φουντωτά, φαίνεται να καλύπτουν μικρό τμήμα των αυτιών και του πιγουνιού, αλλά μεγάλο τμήμα του λαιμού της. Σχετικά με τον χρωματισμό της, είναι ιδιαίτερος, κυριαρχεί το άσπρο στο μεγαλύτερο μέρος του σώματος, τα καλυπτήρια της φτερούγας είναι καφέ ή δίχρωμα καφέ - λευκό και καφέ - ωχρό, με το καφέ να εμφανίζεται ως κύριο χρώμα των καλυπτήριων και το λευκό ή ωχρό ως περίγραμμα σε αυτά. Τα καλυπτήρια του λαιμού και της πλάτης είναι πιο ωχρά και η ουρά, λευκή με «ελαφρές» μαύρες πιτσιλιές.  Δ. Η μαύρη μπουφούνα που δείχνουν δύο φωτογραφίες υποθέτω πως είναι το ίδιο άτομο. Μία πολύ ωραία τυπική μαύρη όρνιθα, μάλλον γυαλιστερή, που στον ήλιο πρασινίζει και φέρει λίγα καφεκίτρινα στίγματα στο λαιμό, ίσως και στο μέτωπο. Το άνω λειρί είναι πολύ κοντό και μάλλον διπλό, ενώ τα κάτω λειριά απουσιάζουν. Σίγουρα πρόκειται για ενήλικη κότα, μετρίου προς μεγάλου μεγέθους. Τα πόδια της δεν διακρίνονται, αλλά υποψιάζομαι πως είναι μαύρα. Τα «γένια» είναι στο ίδιο χρώμα με την κότα δείχνουν αρκετά φουντωτά και καλύπτουν τα αυτιά, μάλλον το πιγούνι και το άνω μέρος του λαιμού. Η μπουφούνα αυτή, σε σύγκριση με τις υπόλοιπες μπουφούνες φαίνεται να έχει τα περισσότερα και πιο φουντωτά «γένια».  ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Καλό θα ήταν να γίνει διευκρίνιση στο αν όλες αυτές οι όρνιθες προέρχονται από το ίδιο κοτέτσι ή διαφορετικά. Σε περίπτωση που προέρχονται από διαφορετικά θα πρέπει να δούμε αρχικά εάν συγγενεύουν μεταξύ τους και σε τι αποστάσεις βρίσκονται τα κοτέτσια. Σε περίπτωση που είναι επίσης από διαφορετικά κοτέτσια, θα πρέπει να αναφερθούν οι περιοχές, ώστε να έχουμε μία εικόνα της γεωγραφικής εξάπλωσής τους και κατανομής τους στην περιοχή.
V. Ντόπια κολυβί όρνηθα.
(© Αποστόλης Τζογάνης)
Στην φωτογραφία με την μαύρη μπουφούνα, ποζάρει και μία όρνιθα πολύ ιδιαίτερου χρωματισμού, ανοιχτού γκρίζου - μολυβί με καφεκόκκινο λαιμό. Ο χρωματισμός της είναι που την κάνει πολύ ιδιαίτερη, μιας και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά της (λειριά, σωματότυπος κ.λπ.) θυμίζουν μία πολύ τυπική όρνιθα. Ο σωματότυπος θυμίζει αρκετά κότα εκτροφείου, δεν αποκλείεται να είναι ντόπια και οι συνθήκες ζωής των προγόνων της να εμφάνισαν μία τέτοιου είδους εξέλιξη. Πολύ πιθανόν να προέρχεται από πεδινή ή ημιορεινή περιοχή και οι περισσότερες ώρες της να περνούν σε κοτέτσι. Τα σχόλια αυτά ταιριάζουν και στην καφεκόκκινη πιτσιλωτή που σχολίασα πιο πάνω, διότι ο σωματότυπός τους μοιάζει αρκετά.

VI.   Μαύρος κόκορας κε ωχροκίτρινο λαϊκό:
Φωτό Γ (© Βλάσσης Ρούτσης) Φωτό Ε (© Απόστολος Χριστόπουλος)

Σε μία φωτογραφία (φωτό Α στις κατωτέρω), βλέπουμε έναν κόκορα με μαύρο σώμα, καφέ καλυπτήρια φτερούγας και ωχροκίτρινα καλυπτήρια λαιμού, επίσης το φτέρωμά του φαίνεται να γυαλίζει προς το πράσινο. Τα λειριά του δεν ξεχωρίζουν καλά, φαίνονται όμως να είναι μικρά. Αυτό ίσως οφείλεται στο νεαρό της ηλικίας του πουλιού, δεν δείχνει να είναι μεγάλος (ηλικιακά) κόκορας, από τα μικρά λειριά, από την μη σχηματισμένη ακόμη ουρά και από τον σωματότυπό του. Ειδικά ο σωματότυπος θυμίζει πολύ όρνιθα ηλικίας λιγότερο από 6-8 μηνών. Θα έλεγα πως είναι ένα πολύ ενδιαφέρον δείγμα και κατά πάσα πιθανότητα ντόπιο. Δεν έχω να κάνω περαιτέρω σχόλια επ’ αυτού, αλλά θα τον συγκρίνω με χρωματικά παρόμοιους ντόπιους κοκόρους από άλλες περιοχές της Ελλάδας. Κοιτώντας τις υπόλοιπες φωτογραφίες, με μια πρώτη ματιά μπορούμε να πούμε πως έχουν τρία κοινά όλοι μεταξύ τους: α) το κυρίως σώμα τους είναι μαύρο, β) τα καλυπτήρια της φτερούγας έχουν ωχροκίτρινο ή καφέ χρώμα και γ) τα καλυπτήρια του λαιμού όλων, έχουν την ίδια χρωματική απόχρωση του ωχροκίτρινου, καθώς και την ίδια διάταξη. Φυσικά έχουν αρκετές διαφορές μεταξύ τους σε πολλά σημεία (χρώματα, λειριά κ.λπ.). Τα υπόλοιπα κοκόρια έχουν ως εξής: Τα Β και Γ, τα έχω εντοπίσει στην Αίγινα, είναι ντόπια και ειδικά ο Β προέρχεται από πολύ αυστηρή εκτροφή μαύρων ορνίθων, χωρίς ανάμειξη με αίμα εμπορίου. Τον Δ, μας τον έχει στείλει ο Βλάσσης Ρούτσης, είναι από την Δυτική Πελοπόννησο και προέρχεται από πολύ παλιά εκτροφή (200+ ετών), καθαρή, χωρίς διασταυρώσεις και είναι μία από τις περιπτώσεις που μπορούμε να την χαρακτηρίσουμε αυτόχθονη. Τέλος, τον Ε, τον έχω βρει στην Βόρεια Εύβοια, είναι βγαλμένος από κλώσσα ντόπια της περιοχής.
Συμπέρασμα: Είναι φανερό πως το μαύρο χρώμα σε κόκορα με ωχροκίτρινο λαιμό, μάλλον δείχνει παλιό ντόπιο γονίδιο. Αυτό αποδεικνύεται από τα υπόλοιπα κοκόρια που είναι ντόπια ελληνικά και ειδικά από τις δύο αυστηρές εκτροφές χωρίς διασταυρώσεις με πτηνά εμπορίου. Ξέχασα να σημειώσω πιο πάνω ένα άλλο χαρακτηριστικό, εξίσου σημαντικό, πως το μέγεθος όλων των ανωτέρω δειγμάτων δείχνει να είναι το ίδιο, όπως και ο σωματότυπός τους είναι παρόμοιος. Προσωπικά δεν έχω δει νάνους σε τέτοια χρώματα ή άλλους πιο χοντρούς, πιο μεγάλους, πιο ψηλόλιγνους κ.λπ., παρά μόνο σε αυτό το στυλ. Ο κόκορας της φωτογραφίας Γ είναι νεαρής ηλικίας (< 5 μηνών) γι’ αυτό και δείχνει πιο λεπτοκαμωμένος, όπως και αυτός της φωτογραφίας Ε που είναι στην ενηλικίωση. Οι άλλοι δύο (Β και Δ) είναι πλήρως ενήλικοι.

VII.  Μαύρες όρνιθες:
Σε μία φωτογραφία, υπάρχουν δύο μαύρες όρνιθες, οι οποίες απ’ όσο μπορώ να καταλάβω, δεν είναι ενήλικες, πιθανώς είναι περίπου 4-5 μηνών. Το χαρακτηριστικό τους είναι το ολόμαυρο και γυαλιστερό πράσινο χρώμα τους. Απ’ ότι βλέπω έχουν σταχτιά πόδια και πιθανώς τα λειριά -τα οποία δεν είναι έντονα κόκκινα (ίσως λόγω ηλικίας)- να μην μεγαλώσουν πολύ ακόμη. Είναι από τις λίγες ολόμαυρες που έχω, μαζί με αυτές που έχω βάλει σε φωτογραφίες. Συνήθως οι περισσότερες μαύρες ντόπιες που έχω δει, έχουν καφεκόκκινα, καφεκίτρινα ή λευκά στίγματα στο λαιμό ή στο στήθος, οι οποίες είναι σχετικά κοινές σε ντόπιους πληθυσμούς. Παρ’ όλα αυτά το μαύρο χρώμα είτε από μόνο του, είναι σε συνδυασμό με άλλα χρώματα σε στίγματα, υποδεικνύει μάλλον ντόπια φυλή. Συναντάτε σχεδόν σε όλη την Ελλάδα. Οι ολόμαυρες ντόπιες που έχω δει και είναι στις φωτογραφίες έχουν ως εξής: Στην φωτό Β, οι κότες είναι από την Αίγινα από αυστηρή εκτροφή μαύρων ορνίθων. Στην φωτό Γ, είναι επίσης από Αίγινα, αλλά από ανάμεικτο χρωματικά κοτέτσι. Στην φωτό Δ, από Ευρυτανία και στην φωτό Ε από τα Αντικύθηρα (πιθανώς ντόπιος πληθυσμός).
Φωτό Γ, Γ και Ε (© Απόστολος Χριστόπουλος)
Σημείωση: Συγκρίνοντας τις παραπάνω όρνιθες μεταξύ τους βλέπουμε διαφορές ως προς την μαύρη γυαλάδα, δηλαδή άλλες γυαλίζουν προς το πράσινο, άλλες προς το μπλε και κάποιες είναι πιο ματ και δεν γυαλίζουν τόσο (πιο ματ έχω δει σε αλβανική κότα). Επίσης μία άλλη διαφορά είναι στα λειριά, ιδίως σε αυτές της Αίγινας επικρατούν κυρίως διπλά ή μικρά λειριά. Σε μικτό κοπάδι στην Αίγινα έχω δει μαύρες με μετρίου μεγέθους, κανονικά λειριά, όπως αυτή στην φωτογραφία Γ, παρόμοια λειριά έχουν και οι άλλες δύο (φωτογραφίες Δ και Ε). Ο σωματότυπος και το σχήμα τους σχεδόν είναι ίδια με μικροδιαφορές σε ουρά, κεφάλι, ράμφος, λαιμό κ.λπ. Μία διαφορά ακόμη, θα πρόσθετα πως είναι και το βλέμμα τους, π.χ. αυτές τις Αίγινας δείχνουν πιο άγριες, της Ευρυτανίας πιο καλοσυνάτη και των Αντικυθήρων κάπως αυστηρή. Αυτό ίσως και να οφείλεται στο σχήμα των λειριών, στην κάλυψη του κεφαλιού με φτερά, στο χρώμα του δέρματος του προσώπου, στο μέγεθος του κεφαλιού, στο σχήμα του ράμφους κ.λπ.
Εκτός από το κοινό τους, που είναι το μαύρο χρώμα, έχουν όλες πάνω -κάτω το ίδιο σταχτόμαυρο χρώμα στα πόδια και μαύρο ράμφος. Επίσης είναι σχεδόν ίδιου μεγέθους, με ελαφρώς μεγαλύτερες, αυτές της Αίγινας.
Επίσης το μαύρο χρώμα, είτε μόνο του, είτε σε συνδυασμό με άλλα χρώματα, εμφανίζεται πολύ συχνά σε ντόπιες νανόκοτες. Δεν δίνω παραδείγματα εδώ για να μην τα μπερδέψουμε.
VIII.  Μαύρη γυμννολαίμια:


Φωτό Α (© Αποστόλης Τζογάνης) Φωτό Β (© Απόστ. Χριστόπουλος)
Σε μία φωτογραφία, βλέπω μία μαύρη όρνιθα, γυμνολαίμια. Δείχνει να είναι μετρίου προς μεγάλου μεγέθους και όταν γυαλίζει εμφανίζεται το πράσινο χρώμα. Θυμίζει πάρα πολύ black Transylvanian naked neck. Δεν ξέρω αν προέρχεται από εκεί ή έχει γονίδιο από εκεί ή αν είναι καθαρή ντόπια. Σίγουρα πάντως υπάρχουν ελληνικές αυτόχθονες γυμνολαίμιες σε πάρα πολλούς χρωματισμούς. Σε μαύρο δεν το είχα ξαναδεί σε ελληνική. Έχω δει όμως μαύρη γυμνολαίμια στην Θεσπρωτία, Αλβανικής καταγωγής και αυστηρής εκτροφής (Φωτό Β). Δεν είναι παράξενο και δεν το αποκλείω να είναι ντόπια για τους εξής απλούς λόγους: από την στιγμή που το μαύρο γενικά είναι κοινό χρώμα σε πολλές ντόπιες κότες και από την στιγμή που το γονίδιο της γυμνολαιμίας υπάρχει στην χώρα μας γιατί να μην εμφανιστεί ένας τέτοιος συνδυασμός. Την θεωρώ πολύ ξεχωριστή περίπτωση και θα είχε ενδιαφέρον να μάθουμε περαιτέρω στοιχεία της καταγωγής της, αλλά και να δούμε φωτογραφίες από τον υπόλοιπο πληθυσμό του κοτετσιού της. Με προβληματίζουν μόνο τα πούπουλα στο κάτω μέρος του λαιμού της (Βασίλη θυμάσαι, σχετικά με αυτό που μου είχες πει μια φορά για πρώτη και δεύτερη διασταύρωση με γυμνολαίμιο κ.λπ.).
Συγκρίνοντας τα δύο δείγματα στις φωτογραφίες, βλέπουμε αρκετές διαφορές. Κατ’ αρχάς αυτή του Αγρινίου (φωτό Α) είναι μεγαλύτερη απ’ την αλβανική (φωτό Β) και πιο χοντρούλα κάπως. Η ουρά της αλβανικής είναι πιο μεγάλη και φέρει μεγαλύτερο λειρί. Το μαύρο της ελληνικής είναι πιο γυαλιστερό σε σχέση με το ματ της αλβανικής. Επίσης έχουν κάποιες διαφορές στο πρόσωπο, κυρίως θα έλεγα στο χρώμα και στην υφή του δέρματος. Τα κοινά τους είναι το χρώμα των ποδιών, μάλλον και του ράμφους, καθώς και ο όχι εντελώς γυμνός λαιμός, φέρουν δηλαδή και οι δύο τούφα με πούπουλα στο κάτω (κοντά στη βάση) και μπροστινό μέρος του λαιμού. Πολλές από τις ντόπιες ελληνικές έχουν αυτό το χαρακτηριστικό, έχω δει όμως και ντόπιες με εντελώς γυμνό το λαιμό.

IV.   Σκαλτσουνάτες ή Καλτσουνάτες ή Τσουραπάτες κότες και κόκορας:
Μερικές φωτογραφίες δείχνουν έναν πολύ ωραίο καλτσουνάτο κόκορα και 2-3 κότες.
(© Αποστόλης Τζογάνης)
Α. Ο κόκορας δεν μπορώ να καταλάβω αν είναι νάνος ή μέτριος κανονικός, υποψιάζομαι μέτριος κανονικός όμως. Πολύ πιθανόν να είναι ντόπιος, λόγω χρωματισμού, σωματότυπου και κάποιων χαρακτηριστικών. Τα κάτω λειριά δεν είναι πολύ μεγάλα, ενώ το πάνω είναι κοντό και κάπως σγουρό, ένα ακόμη χαρακτηριστικό είναι το μακρύ πίσω νύχι που δεν είναι κοινό σε πτηνά εμπορίου, τουλάχιστον σε μετρίου μεγέθους και άνω. Τα φτερά στα πόδια είναι πάρα πολύ εντυπωσιακά και προσωπικά δεν έχω ξαναδεί στην Ελλάδα τέτοιο δείγμα. Δείχνει να έχει πάρα πολύ πλούσιους φτερωτούς μηρούς, με τα φτερά αυτών να καλύπτουν μεγάλο τμήμα του ταρσού, σχεδόν μέχρι τα δάχτυλα. Επίσης φέρει φτερά στην εξωτερική κυρίως πλευρά των ταρσών, τα οποία φτάνουν έως πολύ χαμηλά και καλύπτουν σχεδόν και τα δάχτυλα. Τον ασπρόμαυρο αυτό χρωματισμό του, τον έχω δει περισσότερο σε νάνους. Τέλος, ένα άλλο χαρακτηριστικό είναι το πολύ πλούσιο φτέρωμα σε όλο του το σώμα. 
Β. Η ανοιχτόχρωμη καλτσουνάτη κότα, δείχνει μεσαίου μεγέθους και «βαρύ» τύπου. Έχει πλούσια φτερά στους μηρούς και αρκετά εξωτερικά των ταρσών, τόσα, ώστε να καλύπτουν το τμήμα αυτό, τα δάχτυλα δεν καλύπτονται πλήρως από φτερά, παρά μόνο η βάση τους. Το στυλ και ο τύπος των λειριών μοιάζει πάρα πολύ με του καλτσουνάτου κόκορα, κοντό και σγουρό το πάνω λειρί και μικρά τα από κάτω, σε αντιστοιχία δηλαδή με τον κόκορα, είναι το ιδανικό μέγεθος για το θηλυκό. Επίσης με του κόκορα, μοιάζει το σχήμα του κεφαλιού της και γενικώς ο σωματότυπος, δεν ξέρω αν έχουν κάποια συγγένεια, θα μπορούσε άνετα πάντως να έχουν κοινά γονίδια. Για το χρώμα της δεν έχω να πω κάτι, είναι ένα ζαχαρί-λευκό με ελαφρώς καφετιά στίγματα σε λαιμό, ουρά και φτερούγες. Σχετικά με το αν είναι ντόπια ή όχι, θα πρέπει να τσεκαριστεί η καταγωγή της και οι υπόλοιπες κότες του κοτετσιού ή της ευρύτερης περιοχής. Αν όντως είναι ντόπια θα έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον, κυρίως γιατί υπάρχει και αντίστοιχος κόκορας με πολλά κοινά χαρακτηριστικά. Είναι πολύ θετικό που υπάρχει ζευγάρι με κοινά χαρακτηριστικά, ώστε να μπορέσει να διατηρηθεί η φυλή. Καλό θα ήταν να μην διασταυρώνονται με άλλα άτομα και να γίνει χωριστή εκτροφή. Δεν είναι και τόσο εύκολο να βρεθούν ταιριαστά ντόπια ζευγάρια σήμερα. Αυτό το λέω διότι έχω δει καλτσουνάτες κότες (μάλλον ντόπιες) διαφόρων τύπων σε κοτέτσια, αλλά χωρίς κόκορα.
Γ. Σε κάποιες φωτογραφίες βλέπω μία κόκκινη καλτσουνάτη κότα, δεν μπορώ να καταλάβω όμως εάν πρόκειται για το ίδιο άτομο ή διαφορετικά. Χρειάζεται μία διευκρίνιση εδώ. Η κότα αυτή φαίνεται να έχει αρκετά φτερά στους μηρούς, ενώ απ’ όσο μπόρεσα να διακρίνω σε όλες τις φωτογραφίες, μάλλον έχει φτερά στον ένα ταρσό (αριστερό) και όχι και στους δύο. Οπότε σίγουρα δεν μιλάμε για κότα που είναι καθαρά καλτσουνάτη, αλλά για κότα που φέρει ελλειμματικά χαρακτηριστικά καλτσουνάτης, πιθανώς από κάποιο παλιό γονίδιο, σε περίπτωση που είναι ντόπια ή γονίδιο από νεότερες αναμίξεις και διασταυρώσεις. Ο σωματότυπός της και ο κλασσικός χρωματισμός της θυμίζει γενικά ντόπια.
Χ. Λαθουράτη ή Πετρωτή ή Φασολάτη όρνιθα:
Σε κάποιες φωτογραφίες υπάρχει μία κότα λαθουράτη, για την οποία δεν έχω να κάνω κάποια ιδιαίτερα σχόλια παρά μόνο συγκρίσεις με κάποιες άλλες. Ο λόγος στο ότι δεν βλέπω κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, ούτε στα λειριά, ούτε στον σωματότυπο κ.λπ.
Η Α φωτογραφία δείχνει την όρνιθα από το Αγρίνιο, η οποία με μια πολύ πρώτη ματιά φαίνεται αρκετά πιο σκούρα, ειδικά αν συγκριθεί με τις υπόλοιπες. Σε πάρα πολλές περιοχές της Ελλάδας έχω δει λαθουράτες, είτε σε πιο σκούρα απόχρωση, είτε σε πιο ανοιχτόχρωμη, αλλά και σε συνδυασμούς με άλλα χρώματα και διάφορους τύπους, όπως σκουφάτη (αυτή που σχολίασα στην αρχή) και γυμνολαίμια (Βασίλη δες το Chicken breeds in Greece). Το πρόβλημα είναι πως κυκλοφορούν πάρα πολλές λαθουράτες στο εμπόριο και υπάρχουν αρκετές φυλές του εξωτερικού σε αυτόν τον χρωματισμό (π.χ. Plymouth rocks), εμείς για παράδειγμα στο σπίτι μου είχαμε αγοράσει λαθουράτες ή πετρωτές όπως τις λέμε εδώ και είναι αυτές της φωτογραφίας Β. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν και εγχώριες λαθουράτες. Από το χωριό μου για παράδειγμα (Λιανοκλάδι Φθιώτιδας), έχω αναφορές πως υπήρχαν τέτοιου χρώματος όρνιθες πριν την δεκαετία του 1950. Μία απόδειξη ελληνικής λαθουράτης όρνιθας είναι αυτή της φωτογραφίας Γ. Πρόκειται για κότα από την Δυτική Πελοπόννησο, σε κοπάδι μεικτών χρωμάτων, πολύ παλαιάς εκτροφής (200+ ετών). Επίσης στην φωτογραφία Δ, βλέπουμε μία ντόπια λαθουράτη από την περιοχή των Τρικάλων, η οποία έχει καταγωγή, μάλλον από τα χαμηλότερα ορεινά χωριά που βρίσκονται στην περίμετρο της Θεσσαλίας (σύμφωνα με τους Βασίλη Λέκκα και Γιάννη Μπίλλα). Με άλλα λόγια δηλαδή, από τα ημιορεινά της Δυτικής Θεσσαλίας. Επίσης η κότα αυτή είναι από μεικτό κοπάδι χρωμάτων και διαφόρων άλλων ντόπιων θεσσαλικών γονιδίων, αλλά υπάρχουν κι’ άλλες λαθουράτες μαζί της (Βασίλης Λέκκας). Τέλος, στην φωτογραφία Ε, υπάρχει μία λαθουράτη που έχω εντοπίσει στα Αντικύθηρα, σε επίσης μεικτό χρωματικά κοπάδι. Απ’ όσο ξέρω στο νησί παλαιότερα υπήρχαν άλλου τύπου κότες, πιο μικρόσωμες, οι οποίες είναι δυσεύρετες σήμερα (εντόπισα ελάχιστα δείγματα, για τα οποία δεν είμαι και σίγουρος), προς το παρόν δεν έχω ερευνήσει το ενδεχόμενο αν υπήρχε τέτοιος χρωματισμός στις κότες. Οι σημερινές κότες του νησιού -όπως και αυτή στην φωτογραφία- είναι διασταυρώσεις παλαιών με κότες άλλων γειτονικών περιοχών (π.χ. Κρήτη, Κύθηρα, Νότια Πελοπόννησο). Δεν αποκλείεται όμως να υπάρχουν και κάποιοι τύποι αυτόχθονοι του νησιού, μιας και εντόπισα τουλάχιστον 3-4 τύπους εκεί. Υποψιάζομαι πως εκτός από την αυτόχθονη μικρόσωμη που υπάρχει, ίσως να υπάρχει τουλάχιστον άλλος ένας τύπος. Όλο αυτό το λέω γιατί θέλω να τονίσω, πως είναι αρκετά δύσκολο, να διατηρηθεί μία ντόπια φυλή καθαρή, ακόμη και σε ένα μικρό και σχετικά αποκομμένο νησί, όπως είναι τα Αντικύθηρα. Το γονίδιο της λαθουράτης εκεί, δεν ξέρω ακόμη από πού κρατάει, όλα όμως είναι πιθανά.
Ένα άλλο σχόλιο που θέλω να κάνω στις ανωτέρω φωτογραφίες είναι για τους χρωματισμούς τους. Είναι ξεκάθαρο πως ο τόνος του μαύρου και του γκρίζου, καθώς και τα άσπρα στίγματα διαφέρουν αρκετά από όρνιθα σε όρνιθα. Τα στίγματα βλέπουμε πως άλλα είναι πιο μικρά, άλλα πιο μακρόστενα, άλλα έχουν διαφορετική διάταξη κ.λπ. και ο τόνος του μαύρου, σε άλλες είναι έντονος (π.χ. Αγρινίου και Αντικυθήρων) και σε άλλες πολύ ελαφρύς, θα έλεγα γκρίζο (π.χ. Τρικάλων και Πελοποννήσου). Φυσικά η εν λόγω όρνιθα, διαφέρει αρκετά από τις υπόλοιπες σε αυτά τα χαρακτηριστικά, κάτι που την κάνει πιο ιδιαίτερη, το πιο μαύρο χρώμα, τα λιγότερα και μάλλον μικρότερα άσπρα στίγματα είναι φανερά. Επίσης έχει ελάχιστες διαφορές και στο κεφάλι και στα λειριά. Για τον σωματότυπο δεν θα έλεγα πως βλέπω κάποια χτυπητή διαφορά. Ότι επιπλέον πληροφορία μάθουμε γι’ αυτήν θα είναι πολύ χρήσιμη και θα μπει από ένα ακόμη κομμάτι στα παζλ «ντόπιες ελληνικές όρνιθες» και «λαθουράτο αυτόχθονο γονίδιο».

XI.   Κόκκινος κόκορας:
 Σε μία φωτογραφία βλέπω έναν κόκκινο κόκορα (φωτό Α), πιθανώς να είναι ντόπιος, μιας και φέρει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Το μέγεθός του είναι μεσαίο προς μεγάλο και ο σωματότυπός του κανονικός. Το χρώμα που επικρατεί στο μεγαλύτερο μέρος του σώματός του είναι το καφεκόκκινο, φέρει μαύρα στίγματα στο στήθος και στις φτερούγες, καθώς και μαύρη ουρά. Ντόπιο κόκορα με τόσο μεγάλο καφεκόκκινο ποσοστό στο σώμα του έχω δει ελάχιστες φορές, στις φωτογραφίες παραθέτω τα δείγματα. Η φωτογραφία Β, του Βασίλη Λέκκα, δείχνει ντόπιο κόκορα από την Βοιωτία. Οι άλλες δύο αφορούν δείγματα που έχω βρει στα Αντικύθηρα (Φωτό Γ) και στην Ευρυτανία (Φωτό Δ), είναι βγαλμένα από κλώσσα και πιθανώς ντόπια. Το κοινό όλων είναι το μεγάλο ποσοστό του καφεκόκκινου χρωματισμού και η μαύρη - γυαλιστερή ουρά. Αυτός των Αντικυθήρων θα έλεγα πως μοιάζει και στα μαύρα στίγματα αρκετά με αυτόν του Αγρινίου. Πολλά κοκόρια που έχω δει -μάλλον ντόπια- είναι συνήθως καφεκόκκινα με μαύρο το κάτω μέρος του σώματός τους (κοιλιά, πλευρά, υπογάστριο κ.λπ.) και της ουράς ή με άλλους συνδυασμούς χρωμάτων σώματος και ουράς. Τα λειριά και στους τέσσερεις θα έλεγα πως έχουν αρκετές διαφορές. Ο εν λόγω κόκορας, του Αγρινίου, φέρει πολύ ιδιαίτερο λειρί που δεν έχω ξαναδεί. Το πάνω είναι αρκετά μικρό, «πεταχτό» και μοιάζει να είναι διπλό, τα κάτω λειριά είναι μεσαία και έχει αρκετά μακριά «αυτιά». Το πουλί είναι σίγουρα ενήλικο, οπότε δεν τίθεται θέμα τελικού σχηματισμού του λειριού του. Το σχήμα του σώματος γενικά διαφέρει κάπως απ’ τους υπόλοιπους τρεις, όπως και το χρώμα των ποδιών του, που είναι έντονα κίτρινα. Αυτό που δεν φαίνεται στην φωτογραφία είναι εάν φέρει πίσω νύχι ή όχι. Ο ντόπιος κόκορας από Βοιωτία φέρει μεγάλο πίσω νύχι, ενώ οι άλλοι δύο (Αντικυθήρων και Ευρυτανίας) φέρουν υπόλειμμα πίσω νυχιού.
XI.  Διάφορες κόκκινες όρνιθες:
Σε αρκετές φωτογραφίες παρατήρησα πως υπάρχουν μερικές κοκκινοκαφέ κλασσικές κότες, είτε μόνες τους, είτε μαζί με άλλες. Κάποιες μπορεί να είναι ντόπιες και κάποιες εμπορίου, είναι κάπως δύσκολο να το διακρίνω από φωτογραφίες, γενικώς κάποιες μοιάζουν, πέραν του χρώματος, στα λειριά και στον σωματότυπο. Δεν έχουν κάποιο αξιόλογο χαρακτηριστικό, απ’ όσο τις παρατήρησα, ώστε να μπορέσω να σχολιάσω κάτι, είναι αρκετά τυπικές. Μία που ξεχώρισα ιδιαίτερα είναι αυτή της φωτογραφίας Α, με τα μικρά λειριά. Το άνω λειρί δείχνει σαν τριπλό, είναι πολύ κοντό και σγουρίζει, τα κάτω λειριά είναι απλά μικρά, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό και τα «αυτιά» είναι μεσαίου μεγέθους. Η κότα δείχνει να είναι ενήλικη και μάλλον μεσαίου, προς μεγάλου μεγέθους. Δεν έχουμε γενική εικόνα του πουλιού ώστε να δούμε κι’ άλλα χαρακτηριστικά της, τα λειριά της όμως ίσως να αποτελούν στοιχείο για αβελτίωτη,

ντόπια όρνιθα. Υποψιάζομαι πως μέσα σε όλες τις κόκκινες -που υπάρχουν και σε άλλες φωτογραφίες πέραν απ’ αυτών που παραθέτω εδώ- ίσως να υπάρχουν και εμπορίου, οπότε έχουμε μεικτούς πληθυσμούς. Υπάρχει και η περίπτωση βέβαια, κάποιες από αυτές να είναι υβρίδια με εμπορίου, είτε από πρόσφατες διασταυρώσεις, είτε από παλαιότερες. Πάντως για τις κόκκινες δε μπορώ να πω με σιγουριά πως όλες είναι ντόπιες.
Πριν κλείσω με τις κόκκινες, θα ήθελα να σημειώσω πως, όπως είδαμε και παραπάνω, στην ευρύτερη περιοχή υπάρχουν και κόκκινες με το γονίδιο του σκουφιού και των φτερών στα πόδια. Οι συγκεκριμένες κότες με αυτά τα χαρακτηριστικά δεν φαίνεται να έχουν μεγάλες διαφορές στο τύπο του σώματος με τις κλασσικές κόκκινες. Είναι ένα ακόμη στοιχείο για το οποίο πιστεύω πως έχουν γίνει παλαιότερα αναμείξεις με άλλες όρνιθες εκτός περιοχής. Υπάρχει δηλαδή αρκετά μεγάλη ποικιλία σε τύπους, χρώματα κ.λπ. και η ομοιογένεια είναι πάρα πολύ μικρή σε ελάχιστα δείγματα, τα οποία καλό θα ήταν να ερευνηθούν περαιτέρω. Τόσο μεγάλη ποικιλία και ίσως λίγο περισσότερο, έχω συναντήσει στην Αίγινα, όπου πραγματικά υπάρχουν όρνιθες χιλίων-δύο τύπων και χρωμάτων. Απ’ όσο ρώτησα εκεί και μου είπαν, υπάρχουν πάρα πολλές κότες εμπορίου και κατά περίεργο τρόπο διατηρούνται ακόμη πολλές ντόπιες φυλές του νησιού, οι οποίες είτε διατηρούνται λόγω αυστηρής εκτροφής, είτε εμφανίζονται τυχαία ή επιλεκτικά μέσα σε μεικτά κοπάδια. Το δυσάρεστο εκεί είναι πως υπάρχουν κάποιοι πολύ ιδιαίτεροι και ξεχωριστοί τύποι οι οποίοι δεν εκτρέφονται χωριστά. Κάτι παρόμοιο υποψιάζομαι πως μάλλον παίζεται και στο Αγρίνιο. Φυσικά και σε άλλες περιοχές υπάρχουν αντίστοιχες καταστάσεις, με την διαφορά πως είναι πολύ πιο δύσκολο να εντοπίσεις ντόπιο δείγμα. Οπότε το Αγρίνιο, όπως και η Αίγινα αποτελούν ιδανικές περιπτώσεις για την προστασία, την ανάκαμψη και την διατήρηση ντόπιων φυλών, μιας και τα δείγματα είναι αρκετά και τα γονίδια δεν έχουν χαθεί ακόμη.
ΒΑΣΙΚΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ!!!: Από εμπειρία έχω δει πως σε κάποιες περιοχές, όταν τους λες για κότες ντόπιες ή σπιτικές, σου δείχνουν αυτές που έχουν βγει από κλώσσα, ασχέτως αν η κλώσσα προέρχεται από παλαιά εκτροφή ή από εμπόριο! Αυτό είναι ένα κύριο σημείο που θα πρέπει να δίνεται μεγάλη σημασία ώστε να μην γίνονται παρεξηγήσεις μεταξύ αυτόχθονων και εμπορίου. Πρέπει να υπάρχει ξεχωριστή διευκρίνιση για την καταγωγή της κλώσσας! Για παράδειγμα, μου έχει τύχει να μου πουν, έλα να δεις σπιτικές ντόπιες κότες από κλώσσα και όταν τους ρωτάω από πού κατάγεται η κλώσσα, να μου λένε από φορτηγό! Όταν τους επισημαίνω πως οι κότες δεν είναι ντόπιες, τότε επιμένουν λέγοντάς μου πως είναι από κλώσσα. Είναι φανερό λοιπόν πως υπάρχει πολύ μεγάλη σύγχυση μεταξύ κλώσσας και αυτόχθονης φυλής, ή ντόπιας και σπιτικής κότας με κότες εμπορίου! Θα ξανατονίσω πως χρειάζεται διευκρίνιση αυτό!
Ένα άλλο βασικό πρόβλημα είναι οι αυτόχθονες με τις εμπορίου που ζουν στον ίδιο χώρο, κάτι που χρειάζεται κι’ αυτό προσοχή. Δεν λέω στο ίδιο κοτέτσι, αλλά στον ίδιο χώρο, διότι την ημέρα πολλές ξεπορτίζουν και μπορεί να διασταυρωθούν με άλλες κότες της γειτονιάς, οι οποίες μπορεί να είναι εμπορίου.
Κάποιοι επίσης μπορεί να πουν αυτόχθονες κάποιες που τις είχαν αγοράσει για παράδειγμα πριν από 10 χρόνια και να τις βαφτίζουν ντόπιες.
Όλα αυτά και άλλα πολλά, είναι σημεία που θέλουν ιδιαίτερη προσοχή για τον εντοπισμό αυτόχθονων ελληνικών φυλών!
Όλα αυτά τα έγραψα για τον λόγο, πως σαν σύνολο σε αυτές του Αγρινίου δεν βλέπω κάποιο κοινό (ομοιογένεια) ή κυρίαρχο χαρακτηριστικό, έστω και σε ένα μικρό ποσοστό. Έχουν πολλά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά για ντόπιες (π.χ. λαθουράτη σκουφάτη, κάποιες μπουφούνες κ.α.), αλλά ένα ποσοστό τους προέρχεται πιθανόν από διασταυρώσεις. Αν βέβαια ο Αποστόλης μπορέσει και μας ξεχωρίσει από ποια κοτέτσια είναι ποιες και αν μπορέσουμε να έχουμε και μια μεγαλύτερη εικόνα, τότε σίγουρα τα συμπεράσματα θα είναι πολύ καλύτερα και εμφανή. Επίσης θα πρέπει να δωθεί σημασία στην Βασική Σημείωση που ανέφερα ανωτέρω. Χριστόπουλος Απόστολος

Πηγή: Σχόλια επί των ορνίθων Αιτωλοακαρνανίας σε φωτογραφίες του Αποστόλη Τζογάνη - Χριστόπουλου Απόστολου, Ιούλιος 2011φταχνω μονος μου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου